Ο Γέροντας και το ταξίδι της μικρής Πασχαλίτσας στη Μεγάλη Εβδομάδα

Το ταξίδι ξεκινά

Η διαδρομή μέσα στο δάσος ήταν εκπληκτική. Η χαρά της Πασχαλίτσας ήταν τόσο μεγάλη που σ’ όλη τη διαδρομή δεν έβαλε γλώσσα μέσα της. Έβλεπε τα πάντα γύρω της, σχολίαζε, ρωτούσε, όχι απαραίτητα για να πάρει απαντήσεις, έτσι απλά για να μιλάει, μια και ο γέροντας σ’ όλη τη διαδρομή έλεγε συνέχεια αυτό το περίεργο τραγούδι, ξανά και ξανά.

Τώρα βγήκαν σε ένα μικρό ξέφωτο, γεμάτο λουλούδια. Στα δεξιά τους υπήρχε μία πηγή με καθαρό τρεχούμενο νερό που σχημάτιζε μία πολύ μικρή λιμνούλα και στα αριστερά τους υπήρχε μία ξύλινη πόρτα πάνω στα βράχια. Ακριβώς μπροστά, υπήρχε ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι με έξι κούτσουρα γύρω – γύρω που μάλλον τα χρησιμοποιούσαν για καρέκλες.

«Φτάσαμε», της λέει ο γέροντας.

Η Πασχαλίτσα ξαφνικά δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Ήταν τόσο όμορφα! Οι μυρωδιές από τα λουλούδια ήταν πολύ έντονες και τα πουλάκια έδιναν τη δική τους υπέροχη συναυλία, συνοδεύοντας τον ήχο από το τρεχούμενο νερό που έπεφτε μέσα στη λιμνούλα.

Δίπλα στην πόρτα, υπήρχε ένα μεγάλο πιθάρι. Ο Γέροντας σήκωσε το καπάκι, έβαλε μέσα το χέρι του κι έβγαλε ένα κλειδί. Ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκαν μέσα. Πήρε στα χέρια του ένα κερί και το άναψε μ’ ένα κουτί σπίρτα που υπήρχε πάνω σ’ ένα τραπεζάκι. Πήρε με το χέρι του την Πασχαλίτσα, την έβαλε πάνω στο τραπεζάκι και της είπε:

«Περίμενε να πάω να μαζέψω μερικά ξύλα για να ανάψουμε το τζάκι» και βγήκε έξω.

Η σπηλιά ήταν πολύ μικρή και είχε πολύ λίγα πράγματα μέσα. Όπως έμπαινες από την πόρτα, δεξιά υπήρχε ένα μικρό τραπεζάκι και ακριβώς μπροστά του ένα ξύλινο κρεβάτι. Ακριβώς απέναντι υπήρχε ένα φυσικό βαθούλωμα που το χρησιμοποιούσαν μάλλον για τζάκι. Απέναντι από την πόρτα, υπήρχαν δύο εικόνες, που μάλλον σύμφωνα με τις περιγραφές που είχε ακούσει, στη μία ήταν ο Χριστός και στην άλλη η Μαμά του. Ανάμεσα τους υπήρχε ένα καντηλάκι που ήταν αναμμένο και πίσω του υπήρχαν μερικά βιβλία το ένα πάνω στο άλλο.  Όλη η σπηλιά μύριζε τόσο όμορφα…

Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο γέροντας γύρισε με ένα δεμάτι ξύλα. Τα τοποθέτησε στο τζάκι, πήρε το κερί και τα άναψε. Όταν πλέον η φωτιά είχε ανάψει για τα καλά, πήρε μερικά κούτσουρα που βρίσκονταν εκεί δίπλα και τα έβαλε μέσα στο τζάκι.

«Γνωρίστηκες με τους οικοδεσπότες μας;» λέει με ήρεμη φωνή, δείχνοντας τις εικόνες και πηγαίνοντας προς το μέρος τους. «Ο Χριστός και η Παναγία… όλο το βουνό είναι δικό της».

Και καθώς μιλούσε, ήρεμα και αποφασιστικά, στέκεται μπροστά από την εικόνα της Παναγίας και αρχίζει να πέφτει στα γόνατα, μετά να ακουμπάει το μέτωπο του στο χώμα, μετά να κάθεται ξανά στα γόνατα και μετά να σηκώνεται όρθιος. Αυτό το έκανε πάρα πολλές φορές. Κάποια στιγμή τελειώνει, δίνει ένα φιλί στη Παναγία και μετά πηγαίνει μπροστά από τον Χριστό και ξαναρχίζει πάλι τα ίδια. Η Πασχαλίτσα είχε μείνει να τον κοιτά άναυδη.

«Πώς ένας τόσο μεγάλος σε ηλικία άνθρωπος μπορούσε να το κάνει αυτό τόση ώρα;» σκέφτηκε, αλλά δεν μίλησε.

Ο Γέροντας, έπειτα, παίρνει ένα μικρό πιατάκι που υπήρχε μπροστά από το καντηλάκι, πηγαίνει στο τζάκι, παίρνει ένα κάρβουνο και το βάζει μέσα. Στη συνέχεια τοποθετεί το πιατάκι μπροστά από το καντηλάκι και μέσα από ένα ξύλινο κουτί παίρνει κάτι μικρά πολύχρωμα μπαλάκια και τα βάζει πάνω στο κάρβουνο.

– «Αυτό είναι λιβάνι (θυμίαμα), της λέει, και μαζί με το καντήλι και το κερί είναι τα τρία δώρα μας προς τον Χριστό. Θυμάσαι; Όπως έκαναν οι τρεις Μάγοι μετά τη γέννηση Του. Αυτό το πιατάκι που χρησιμοποιώ για θυμιατό  συμβολίζει την Παναγία. Τα κάρβουνα με το θυμίαμα συμβολίζουν τον Χριστό, ο οποίος είναι το Θείο Πυρ και τον οποίο η Παναγία είχε μέσα της, κι αυτή η ωραία μυρωδιά είναι η χάρη Του πού σκορπίζεται στον κόσμο και τον ευλογεί.» 

–  «Και γιατί το κάνουμε αυτό;» ρώτησε η Πασχαλίτσα.

– «Όταν θυμιατίζουμε δείχνουμε την αφοσίωση και την υποταγή μας στο Θείο Θέλημα, αναγνωρίζοντας την δύναμη του Θεού και Τον παρακαλούμε να δεχθεί την προσευχή μας σαν ευωδία.»

– «Η μαμά μού είπε ότι εδώ μένουν δύο άνθρωποι. Ο άλλος που είναι;» Ρώτησε με απορία η Πασχαλίτσα.

– «Η μαμά σου είχε δίκιο. Λίγο παραπάνω, μία ώρα από εδώ μένει ένας Γέροντας με τον υποτακτικό του. Γι’ αυτούς έλεγε η μαμά σου. Εμένα δεν με είχε δει, τώρα ήρθα πρώτη φορά.»

Καθώς μιλούσε, ο γέροντας είχε πάρει ένα καρύδι, το είχε ανοίξει με προσοχή στη μέση, άδειασε το περιεχόμενο, και με ένα μαχαίρι λείανε το εσωτερικό του ενός μέρους. Έπειτα πήρε μερικά χορταράκια, τα έβαμε μέσα με πολύ προσοχή, και τοποθέτησε το μισό καρυδότσουφλο δίπλα στο μαξιλάρι του.

– «Έτοιμο και το κρεβάτι σου», είπε στην Πασχαλίτσα και την πήρε με το χέρι του και την έβαλε μέσα.

– «Ευχαριστώ πάρα πολύ», του είπε αυτή ενθουσιασμένη.

– «Ξεκουράσου κι όταν ξυπνήσεις θα σου πω μερικά πράγματα για το ταξίδι μας.»

Όντως, η μικρή Πασχαλίτσα ήταν πολύ κουρασμένη από την διαδρομή, αλλά και πολύ ευτυχισμένη, για τα τόσα καινούργια πράγματα που είδε, που έμαθε και ανυπομονούσε να ξεκινήσει για το πρώτο της ταξίδι. Ήθελε να μάθει τα πάντα για να μπορεί να κάνει το ίδιο και μόνη της κάθε χρόνο. Και με τις σκέψεις αυτές αποκοιμήθηκε.

Ήταν ο καλύτερος ύπνος που είχε κάνει μέχρι στιγμής στη ζωή της.  Δεν ήξερε πόση ώρα κοιμόταν, αλλά σίγουρα ένιωθε τόσο μα τόσο ξεκούραστη και τόσο μα τόσο ευτυχισμένη. Όταν άνοιξε τα μάτια της, στη σπηλιά επικρατούσε απόλυτη ησυχία, το πορφυρό χρώμα από τη φωτιά του τζακιού που ήταν διάχυτο παντού, η ζέστη που εξέπεμπε και η μοναδική μυρωδιά από το λιβάνι δημιουργούσε μέσα της ένα πολύ περίεργο και συνάμα υπέροχο συναίσθημα. Σηκώθηκε από το κρεβατάκι της και με το βλέμμα της αναζήτησε το γέροντα. Όταν τον αντίκρυσε έμεινε… αποσβολωμένη. Η στάση του σώματος του έδειχνε ότι ήταν γονατισμένος ανάμεσα από τις δύο εικόνες, αλλά δεν ήταν… δεν ήταν… γιατί… ήταν ένα μέτρο πάνω από το έδαφος… Ήταν στον αέρα!!!  Μία ακτίνα λευκού φωτός  ξεκινούσε από την κορυφή της σπηλιάς, τον διαπερνούσε και χανόταν στο έδαφος. Και δύο ακόμα ακτίνες με φως τον ένωναν η μία από τα δεξιά με την εικόνα του Χριστού και η άλλη από τα αριστερά με την εικόνα της Παναγίας κι έτσι σχηματιζόταν ένας φωτεινός σταυρός…

Η Πασχαλίτσα δεν ήξερε τι να κάνει. Σίγουρα δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν της είχε πει η μαμά της ότι οι άνθρωποι μπορούν να στέκονται στον αέρα. Ούτε στο βιβλίο που της είχε δώσει έγραφε κάτι τέτοιο. Αλλά και αυτό το φως… τι ήταν; Από πού ερχόταν; Πού πήγαινε; Αφού πέρασε κάμποση ώρα και συνήλθε από το πρώτο σοκ, σκέφτηκε ότι έπρεπε να τα ανακαλύψει όλα αυτά μόνη της. Έτσι, όσο πιο ήσυχα μπορούσε, πέταξε από το κρεβατάκι της και προσγειώθηκε στο κέντρο της πλάτης του γέροντα, ακριβώς στο σημείο που διασταυρώνονταν οι φωτεινές λωρίδες. Στο κέντρο του Φωτεινού Σταυρού. Και τότε…

… Όλα άλλαξαν. Ένιωσε να στροβιλίζεται… Δεν μπορούσε να καταλάβει εάν ανέβαινε ή αν κατέβαινε. Εάν πήγαινε δεξιά ή αριστερά.  Είχε αρχίσει να φοβάται και έκλεισε σφιχτά τα μάτια της, καλά όμως γαντζωμένη στη πλάτη του γέροντα. Κάποια στιγμή, ο στροβιλισμός σταμάτησε και ένιωθε πολλή ζέστη, σαν να ήταν καλοκαίρι και να καθόταν κάτω από τον ήλιο. Άνοιξε σιγά-σιγά τα μάτια της και διαπίστωσε ότι καθόταν πάνω σε μία πέτρα, σ’ ένα μέρος που δεν είχε παρά ελάχιστα δέντρα. Κοίταξε απορημένη και φοβισμένη γύρω της.

«Καλωσόρισες… άργησες», άκουσε τη φωνή του γέροντα πίσω της.

Γύρισε το κεφαλάκι της, είδε τον γέροντα να κάθεται πάνω σε μία πέτρα, και από τη χαρά της πέταξε κατευθείαν στην αγκαλιά του.

– «Φοβήθηκα πολύ… Πού είμαστε; Τί είναι εδώ;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή, αλλά καθόλου φοβισμένη.

– «Θα δεις… Έλα… Πάμε…» και σηκώθηκε ο Γέροντας με τη Πασχαλίτσα αγκαλιά και άρχισε να περπατάει…

– «Μα εσύ δεν περπατάς… είσαι στον αέρα… πώς γίνεται αυτό;»

– «Κοίτα…» της λέει και δείχνει με το χέρι του στο βάθος…

Η Πασχαλίτσα είδε ένα μικρό παιδί να τρέχει χαρούμενο, να γελάει, να τραγουδάει… Φαινόταν ότι πήγαινε σε κάποια άλλα μεγαλύτερα παιδιά που είχαν μαζί τους πολλά πρόβατα. Αυτά τα παιδιά έμοιαζαν ότι ήταν πολύ θυμωμένα.

«Το παιδί που τρέχει το λένε Ιωσήφ και τα άλλα παιδιά που βόσκουν τα πρόβατα είναι τα αδέλφια του», είπε ο Γέροντας.

Όταν πλησίασε ο μικρός στα αδέλφια του, αυτά τον έπιασαν, του έβγαλαν το ρούχο που φορούσε, τον τράβηξαν σέρνοντας τον στο χώμα και τον πέταξαν μέσα σε μία βαθιά τρύπα.

– «Μα γιατί τα αδέλφια του, τον βάλανε μέσα σ’ αυτή την τρύπα; Τι έκανε;» ρώτησε όλο απορία η Πασχαλίτσα.

– «Τίποτα απολύτως. Απλά ο μικρός είναι πολύ καλό παιδί, ο μπαμπάς του του έχει πολλή αδυναμία και ο Θεός του έδωσε το χάρισμα να μπορεί να βλέπει και να ερμηνεύει όνειρα. Για όλα αυτά, τα αδέλφια του τον ζηλεύουν πολύ.»

– «Κοίτα! Κοίτα!…» φώναξε χαρούμενη η Πασχαλίτσα. «Πλησιάζουν πολλοί άνθρωποι προς τα εκεί… Κοίτα έχουν και καμήλες και άλογα… θα τον σώσουν!»

Τα αδέλφια του όμως, όταν είδαν το Καραβάνι να πλησιάζει προς το μέρος τους, έτρεξαν γρήγορα, έβγαλαν τον Ιωσήφ από την τρύπα, τον έδεσαν και τον πήγαν στο καραβάνι όπου βρήκαν τους εμπόρους και τον πούλησαν για σκλάβο.

«Κλείσε τα μάτια σου τώρα!» της είπε ο γέροντας και η Πασχαλίτσα αμέσως υπάκουσε.

Δεν πρέπει να πέρασε πάνω από 1 λεπτό και της είπε:

«Τώρα μπορείς να τα ανοίξεις.»

Ουάου!!! Μαγικό!!! Το σκηνικό είχε αλλάξει. Τώρα βρίσκονταν μέσα σε μία πόλη. Σε μία αγορά. Και υπήρχε πάρα πολύς κόσμος που αγόραζε πράγματα. Μπροστά τους τώρα βρισκόταν ένας άντρας με πολύ ωραία ρούχα, ένας έμπορος και ο Ιωσήφ.

«Βρισκόμαστε στην Αίγυπτο. Αυτός είναι ο Πετεφρής, ο Αρχιμάγειρας του Φαραώ και παίρνει τον Ιωσήφ για να του κάνει τις δουλειές στο σπίτι… Κλείσε τα μάτια σου πάλι…»

Η Πασχαλίτσα, υπάκουη όπως πάντα, έκλεισε τα μάτια και περίμενε με ανυπομονησία να τα ανοίξει για να δει που θα βρεθούν.

Όταν τα άνοιξε, βλέπει τον Ιωσήφ χαρούμενο να βρίσκεται στο σπίτι του Πετεφρή, να κάνει δουλειές, να αποφασίζει για πράγματα, να είναι κάτι σαν επιστάτης.

Αλλά αυτό δεν κρατά πολύ… Το σκηνικό και πάλι αλλάζει, αυτή τη φορά με τον Ιωσήφ, να βρίσκεται μέσα σε μία φυλακή.

– «Η γυναίκα του Πετεφρή τον συκοφάντησε στον άντρα της, κι αυτός τον έκλεισε φυλακή». λέει ο γέροντας.

Και πάλι το σκηνικό αλλάζει και η Πασχαλίτσα τώρα είδε τον Ιωσήφ πάνω σ’ ένα άρμα με ένα υπέροχο λευκό άλογο και πολύ ωραία ρούχα.

– «Όσο ήταν στη φυλακή ο Ιωσήφ, ο Φαραώ είδε ένα όνειρο και μάλιστα το είδε τρεις φορές και έψαχνε κάποιον για να του το εξηγήσει. Δύο από τους αξιωματούχους του, που ο Ιωσήφ τους είχε εξηγήσει τα όνειρα τους, πρότειναν στον Φαραώ για ερμηνευτή τον Ιωσήφ. Το όνειρο που είχε δει ο Φαραώ ήταν 7 παχιές αγελάδες να κατευθύνονται προς αυτόν και στη συνέχεια 7 ισχνές. Ο Ιωσήφ του είπε ότι θα έρθουν 7 χρόνια μεγάλης ευφορίας για την Αίγυπτο και 7 χρόνια μεγάλης πείνας. Και μάλιστα του πρότεινε και λύσεις που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει στα δύσκολα χρόνια. Ο Φαραώ ενθουσιάστηκε με τη σοφία και την αρετή του Ιωσήφ και τον έκανε κάτι σαν πρωθυπουργό της χώρας…»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του ο γέροντας και η μία εικόνα μετά την άλλη περνούσαν μπροστά από τα μάτια της Πασχαλίτσας. Είδε χωράφια γεμάτα καρπό και τον Ιωσήφ να γεμίζει αποθήκες. Είδε χωράφια ξερά, τον κόσμο να πεινά και τον Ιωσήφ να τους δίνει σιτάρι από τις αποθήκες…

Είδε τα αδέλφια του Ιωσήφ να τον παρακαλούνε γονατιστοί για να τους δώσει σιτάρι κι αυτός να τους συγχωρεί και να τους καλεί όλους να έρθουν και να ζήσουν μαζί του στην Αίγυπτο.

– «Πώς είναι δυνατόν να μην ήταν θυμωμένος ο Ιωσήφ με τα αδέλφια του, να τους παίρνει μαζί του και να τους δίνει τόσα πράγματα ενώ αυτοί τον βάλανε σε μία τρύπα και μετά τον πούλησαν;» ρωτάει η Πασχαλίτσα με τα μάτια γουρλωμένα.

– «Είδες από κοντά όλη την ιστορία του Ιωσήφ. Όντως, τον ζήλεψαν τα αδέλφια του και τον έβαλαν σε μία τρύπα και τον πούλησαν ως σκλάβο. Και μετά από τόσες δυσκολίες που πέρασε κατάφερε να γίνει μεγάλος και τρανός. Γιατί; Γιατί πάντα ότι κι αν γινόταν δεν έχασε ποτέ την Πίστη του στο Θεό. Και ο Θεός τί είναι; Αγάπη… κιι από την στιγμή που αγαπούσε είναι δυνατόν να είναι θυμωμένος με τα αδέλφια του;» 

– «Φυσικά και όχι», απάντησε η Πασχαλίτσα.

– «Αυτό που έκανε ο Ιωσήφ στα αδέλφια του ονομάζεται ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ. Και μπορείς να συγχωρέσεις κάποιον όταν αγαπάς πραγματικά, όταν αγαπάς χωρίς όρους ή εάν θέλεις να σου το πω πιο απλά… Όταν έχεις τον Θεό μέσα σου.»

– «Εγώ αγαπάω… αλλά πώς ξέρω εάν μπορώ να συγχωρήσω; Πώς ξέρω εάν έχω τον Θεό μέσα μου;»

– «Θα το νιώσεις, μην βιάζεσαι…έχουμε δρόμο μπροστά μας ακόμα. Αλλά πριν φύγουμε από εδώ, θέλω να θυμάσαι και κάτι τελευταίο.  Ο Ιωσήφ αποτελεί εικόνα του Χριστού, γιατί, όπως τον Ιωσήφ, έτσι και τον Χριστό τον ζήλεψαν οι δικοί του άνθρωποι, τον πούλησε ένας μαθητής Του και κλείστηκε σ’ ένα φοβερό και σκοτεινό λάκκο, έναν τάφο. Κι αφού με τη δύναμή Του αναστήθηκε από κει, βασίλευσε σ’ ολόκληρο τον κόσμο και έγινε εξουσιαστής της αμαρτίας, δίνοντας μας τη δυνατότητα να Κοινωνούμε συνεχώς τον ίδιο τον Χριστό. Κι όλα αυτά, επειδή μας αγαπούσε, μας αγαπάει και θα μας αγαπάει για πάντα. Ξέρω ότι πολλά από αυτά που σου είπα δεν μπορείς να τα καταλάβεις αυτή τη στιγμή, αλλά όσο περνούν οι μέρες θα ολοκληρώνεται η εικόνα μπροστά σου… Κλείσε τα μάτια σου πάλι και κρατήσου γερά.»

Κι η Πασχαλίτσα για ακόμα μία φορά έκλεισε τα μάτια της, κι ένιωσε και πάλι τον στροβιλισμό. Όταν μερικά λεπτά αργότερα ο στροβιλισμός σταμάτησε, άνοιξε τα μάτια της και βρέθηκε ξαπλωμένη στο μικρό της κρεβατάκι. Σηκώθηκε, κοίταξε δίπλα της και είδε τον γέροντα να κοιμάται στο κρεβάτι του.

Όνειρο έβλεπε; συνέβησαν όλα αυτά στην πραγματικότητα; Ένιωθε τόσο ζαλισμένη… Είχε τόσες απορίες…

Έξω ήταν ακόμα σκοτάδι. Η φύση δεν είχε ακόμη ξυπνήσει. Η φωτιά στο τζάκι είχε σχεδόν σβήσει.

– «Καλημέρα», είπε ο γέροντας. «Πρέπει να κοιμήθηκες πολύ καλά, κοιμάσαι από το απόγευμα.»

– «Καλημέρα… Δεν ξέρω… Μάλλον καλά κοιμήθηκα… απλά έβλεπα περίεργα όνειρα.» απάντησε η Πασχαλίτσα.

– «Θα μου τα πεις… τώρα όμως είναι ώρα για την πρωινή προσευχή.»

Και μ’ αυτά τα λόγια και την ίδια ηρεμία, ο γέροντας σηκώνεται από το κρεβάτι, βάζει  ένα κούτσουρο στη φωτιά, παίρνει το θυμιατό, βάζει μέσα ένα κάρβουνο, το τοποθετεί μπροστά από το καντηλάκι, ανοίγει το ξύλινο κουτί, ρίχνει λίγο θυμίαμα, παίρνει ένα από τα βιβλία που ήταν στοιβαγμένα, γονατίζει και αρχίζει να διαβάζει. Η Πασχαλίτσα κοιτούσε την όλη διαδικασία, ήθελε κι αυτή να συμμετέχει αν και το στομάχι της γουργούριζε. Δεν είχε φάει τίποτα την προηγούμενη μέρα. Αποφάσισε να αγνοήσει τον ήχο του στομαχιού της και πέταξε επάνω στην εικόνα της Παναγίας.

«Όσο διαρκεί η προσευχή, εγώ θα κάθομαι επάνω στη Μαμά του Χριστούλη» σκέφτηκε. «Άλλωστε είναι και δική μου Μαμά».

Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ακούει αυτά που διάβαζε ο γέροντας – όχι ότι τα καταλάβαινε, αλλά τέλος πάντων – και να προσπαθεί να ανοίξει την καρδιά της στην αγάπη. Όμως το μυαλό της έκανε πολύ φασαρία. Συνεχώς σκεφτόταν τί ήταν αυτό που έζησε την προηγούμενη μέρα. Όνειρο ή πραγματικότητα; Ήθελε τόσο πολύ να ρωτήσει…

Όταν η προσευχή τελείωσε, είχε ήδη αρχίσει να ξημερώνει. Ο Γέροντας σηκώθηκε, τοποθέτησε το βιβλίο στη θέση του, έκανε πάλι αυτές τις περίεργες μετάνοιες και είπε στην Πασχαλίτσα:

– «Βιάσου… πρέπει να φύγουμε… θα πάμε στη καλύβα του Γέροντα και του υποτακτικού του. Σήμερα είναι Κυριακή των Βαΐων. Είναι η μέρα που ο Χριστός με τους μαθητές του μπαίνει στα Ιεροσόλυμα; Θυμάσαι; Έχει Θεία Λειτουργία και θα πάμε να κοινωνήσω.»

– «Φυσικά και θυμάμαι,» του είπε και κατάπιε τις άλλες ερωτήσεις που είχε για το τι είναι Θεία Λειτουργία και τι σημαίνει «θα κοινωνήσω».

Η Πασχαλίτσα κάθισε και πάλι στον δεξί ώμο του γέροντα, απλά αυτή τη φορά δεν έβγαλε άχνα. Το ίδιο και ο γέροντας, σ’ όλη τη διαδρομή δεν μίλησε καθόλου.

«Θα προσεύχεται πάλι, ας μην τον ενοχλήσω» σκέφτηκε η Πασχαλίτσα και αρκέστηκε στο να απολαμβάνει τη φύση, τα δένδρα, τα λουλούδια, τα πουλιά, τις μυρωδιές, τα πάντα.

Φθάνοντας στην καλύβα, ο γέροντας κατευθύνθηκε προς ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι που επάνω του είχε έναν ξύλινο σταυρό. Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν μέσα. Σε κάθε εικόνα που έβρισκε μπροστά του έκανε τρεις από εκείνες τις περίεργες μετάνοιες. Η Πασχαλίτσα δεν είχε ξεκολλήσει από τον ώμο του και μάλλον είχε ζαλιστεί και λιγουλάκι από τα πολλά πάνω κάτω. Αφού τελείωσε μ’ όλες τις εικόνες, ο γέροντας πήγε σε μια γωνιά και γονάτισε κάτω. Το σπιτάκι ήταν πολύ μικρό και πολύ σκοτεινό. Είχε τέσσερις μεγάλες εικόνες ακριβώς μπροστά, που από πίσω τους κρυβόταν ένας Παππούλης με μία ωραία λευκή φορεσιά. Μπροστά από τις εικόνες υπήρχε ένας άλλος νέος άνθρωπος, που φορούσε όμως ίδια ρούχα με τον γέροντα και είχε μπροστά του βιβλία, ένα κερί και τραγουδούσε πολύ ωραία τραγούδια. Η Πασχαλίτσα δεν καταλάβαινε τίποτα απολύτως από αυτά που λέγονταν. Παρ’ όλα αυτά, παρακολουθούσε τα πάντα κι ένιωθε πολύ όμορφα… Ένιωθε μια ζεστασιά μέσα στη καρδούλα της. Και μάλιστα όσο περισσότερο έστρεφε την προσοχή της σ’ αυτή τη ζέστη, τόσο αυτή μεγάλωνε. Κάποια στιγμή κάτι έκανε ο παππούλης με την λευκή φορεσιά και σηκώθηκε ο Γέροντας, πήγε κοντά του και κάτι του έβαλε στο στόμα με ένα κουταλάκι. Το ίδιο έκανε κι ο νέος που τραγουδούσε. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ξαναπήγε ο Γέροντας στον παππούλη, πήρε ένα κομμάτι ψωμί και βγήκε έξω. Κάθισε σ’ ένα παγκάκι που υπήρχε έξω από το σπιτάκι  και πολύ προσεκτικά έτρωγε το ψωμί του. 

– «Αυτό που είδες στο ξύλινο σπιτάκι, ήταν Θεία Λειτουργία στο σπίτι του Θεού, και αυτό που μου έδωσε ο παππούλης με το κουταλάκι, που λέγεται λαβίδα, ήταν η Θεία Κοινωνία. Και ο νέος που έβλεπες δεν τραγουδούσε, αλλά έψελνε.» της λέει ο γέροντας λες και ήταν μέσα στο μυαλό της.

– «Α…» κατάφερε μόνο να ψελλίσει η Πασχαλίτσα.

– «Θα πεινάς… πήγαινε σε εκείνες τις τριανταφυλλιές, εκεί δίπλα από το σπίτι, έχει πολύ μελίγκρα. Φάε καλά γιατί θα φας αύριο πάλι. Κι εγώ περιμένω τους γέροντες να τελειώσουν και θα πάμε για φαγητό.»

– «Γιατί δεν καταλάβαινα τίποτα από ότι έλεγαν οι άλλοι;» ρωτά η Πασχαλίτσα.

– «Γιατί μόνο εμένα μπορείς να καταλαβαίνεις και να μου μιλάς και μόνο εγώ μπορώ να σε καταλαβαίνω και να σου μιλώ. Δυστυχώς, ακόμα δεν μπορείς να επικοινωνήσεις μ’ άλλους ανθρώπους.»

Τώρα  το μυαλό της Πασχαλίτσας ήταν ακόμα πιο μπερδεμένο, αλλά η πείνα της ήταν τόσο μεγάλη που δεν είχε καιρό για σκέψεις. «Είναι ώρα για φαγητό», σκέφτηκε και όρμησε στις τριανταφυλλιές.

Πρέπει να πέρασαν πολλές ώρες γιατί ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει. Ο Γέροντας στεκόταν μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας και έκανε νόημα με το χέρι του στην Πασχαλίτσα να πλησιάσει. Αυτή πέταξε και κάθισε στον ώμο του.

– «Από τώρα αρχίζει το ταξίδι μας, είσαι έτοιμη;» την ρώτησε.

– «Ναι!», απάντησε όλο χαρά και ανυπομονησία.

Μπήκαν μέσα στην εκκλησία. Το ίδιο σκηνικό, ίδιες οι κινήσεις του Γέροντα, η μόνη αλλαγή ήταν ότι ο παππούλης πίσω από τις εικόνες δεν φορούσε λευκή, αλλά μαύρη φορεσιά. Η Πασχαλίτσα και πάλι εστιάστηκε σ’ αυτή τη ζέστη στη καρδιά της και τα μάτια της ήταν καρφωμένα μπροστά στις τέσσερις εικόνες. Και η ζέστη στη καρδιά της μεγάλωνε και μεγάλωνε ώσπου ξαφνικά το τοπίο μπροστά της άλλαξε. Δεν έβλεπε πια τις εικόνες, αλλά… το όνειρο που είδε την προηγούμενη μέρα… με τον Ιωσήφ… όλο από την αρχή μέχρι και το τέλος… έβλεπε ως και την ίδια και τον γέροντα να συζητάνε…

Όταν τελείωσε η ακολουθία, ο γέροντας χαιρέτησε τους άλλους ανθρώπους και ξεκίνησαν για τη δική τους σπηλιά. Ήδη είχε βραδιάσει, δεν είχε φεγγάρι, αλλά ο δρόμος ήταν φωτεινός κι έβλεπαν κανονικά.

– «Το ταξίδι μας, όπως κατάλαβες, ξεκινά με την ιστορία του Ιωσήφ που μας δείχνει τί σημαίνει να ζεις έχοντας τον Θεό μέσα μας.»

– «Ναι! Και μας δείχνει πώς θα είναι η ιστορία του Χριστού αν και ο Ιωσήφ  έζησε 1800 χρόνια πριν γεννηθεί ο Χριστός.»

– «Χαχα! Σωστά τα λες… Αυτό όμως που δεν μπόρεσες να δεις ούτε χθες, ούτε και σήμερα, είναι τον Χριστό με τους μαθητές του που έφευγαν από τα Ιεροσόλυμα. Στο δρόμο πείνασαν. Και βλέποντας από μακριά μια συκιά, πλησίασαν για να φάνε σύκα και να χορτάσουν την πείνα τους. Αλλά η συκιά είχε μόνο φύλλα και καθόλου καρπούς. Και τότε ο Χριστός μ’ ένα του λόγο την ξέρανε.»

– «Μα γιατί; Τί έφταιγε το καημένο το δενδράκι; Δεν είχε σύκα, αλλά είχε πολλά φύλλα και θα μπορούσε ο κάθε ταξιδιώτης να καθίσει από κάτω για να ξεκουραστεί.»

– «Αυτό δεν θα σου το πω τώρα… Θα το καταλάβεις μόνη σου παρακάτω… αυτό όμως που πρέπει να θυμάσαι εδώ, που είναι πολύ σημαντικό για το ταξίδι σου, είναι το εξής: Όταν ο Χριστός μ’ έναν του λόγο ξέρανε τη συκιά, οι μαθητές του δεν τον ρώτησαν ποιος ο συμβολισμός αυτού του θαύματος, αλλά πώς το έκανε. Ήταν η πρώτη φορά που είδαν τον Χριστό να ενεργεί πάνω στη φύση. Και ο Χριστός τους απάντησε – και αυτό μην το ξεχάσεις ποτέ- … Αν έχετε Πίστη, τότε όχι μόνο μία συκιά μπορείτε να ξεράνετε μ’ ένα σας λόγο, αλλά να πείτε σ’ ένα βουνό “Σήκω και πέσε στη θάλασσα!” κι αυτό να το κάνει αμέσως.»

– «Οπότε το ταξίδι μου, αν κατάλαβα καλά, ξεκινά με δύο μαθήματα. Το πρώτο είναι πως έχω τον Θεό μέσα μου, δηλαδή είμαι γεμάτη αγάπη για όλους και για όλα, ό,τι κι αν συμβαίνει και αυτό το εκπέμπω παντού… και το δεύτερο μάθημα είναι πως η Πίστη μου μπορεί να μετακινήσει και βουνά.» 

– «Μπράβο σου… τη γνώση αυτή άσ’ τη να κατασταλάξει στην καρδιά σου και απλά αφέσου…», ολοκλήρωσε την φράση του την στιγμή που ξεκλείδωνε  την πόρτα της σπηλιάς.

– «Κοιμήσου τώρα να ξεκουραστείς. Το ταξίδι σου ξεκίνησε. Αύριο θα είναι μία δύσκολη ημέρα… θα πάμε λίγο πιο βαθιά», της είπε ο Γέροντας και εκείνη πήγε στο κρεβατάκι της.

Συνεχίζεται…

Share this: