Ο Γέροντας και το ταξίδι της μικρής Πασχαλίτσας στη Μεγάλη Εβδομάδα

Η Συνειδητοποίηση

Το επόμενο πρωί, για ακόμα μία φορά ο Γέροντας και η Πασχαλίτσα ξύπνησαν πολύ πριν ανατείλει ο ήλιος. Ένα κούτσουρο στο τζάκι, θυμιάτισμα και η πρωινή τους προσευχή. Μια επανάληψη θα λέγαμε του προηγούμενου πρωινού. Σήμερα όμως δεν θα πήγαιναν στην εκκλησία για να κοινωνήσει ο Γέροντας, μια και είχε πει ότι θα κοινωνούσε την Μεγάλη Πέμπτη ξανά.

– «Σήμερα σκέφτηκα να κάνουμε μία βόλτα στο δάσος. Θέλεις;» ρώτησε ο Γέροντας την Πασχαλίτσα.

– «Ναι! Θέλω πολύ!» απάντησε με ενθουσιασμό η Πασχαλίτσα.

Και χωρίς καμία καθυστέρηση ξεκίνησαν τη βόλτα τους. Ο Γέροντας, με την Πασχαλίτσα στον ώμο του, περπατούσε αργά μέσα στο δάσος.

– «Για πες μου…», ρώτησε ο Γέροντας, «τι βλέπεις;»

– «Βλέπω τα όμορφα λουλούδια που είναι σκορπισμένα παντού ανάμεσα στο φρέσκο χορτάρι, βλέπω τον γαλάζιο ουρανό που ξεπροβάλλει ανάμεσα από τα κλαδιά των καταπράσινων δένδρων. Βλέπω πολλά και υπέροχα χρώματα. Είναι πανέμορφα.

– «Εστίασε την προσοχή σου για λίγο στην ομορφιά αυτή. Προσπάθησε να γίνεις ένα μαζί της».

Μετά από αρκετή ώρα, ρωτάει ο Γέροντας την Πασχαλίτσα:

– «Πώς νιώθεις τώρα; Προσπάθησε να μου το περιγράψεις…»

– «Νιώθω σαν κάποιος μεγάλος ζωγράφος να έφτιαξε τον πιο όμορφό του πίνακα και να με έβαλε μέσα σ’ αυτόν.

– «Ωραία… Τώρα προσπάθησε να εστιάσεις την προσοχή στους ήχους γύρω σου», της λέει ο γέροντας και μένει ακίνητος, λες και ξαφνικά κόλλησε στο χώμα.

Η Πασχαλίτσα υπάκουσε αμέσως. Τέντωσε τις κεραίες και τα μικροσκοπικά αυτάκια της και προσπαθούσε να ακούσει όλους τους ήχους γύρω της. Μετά από αρκετή ώρα την ρωτάει και πάλι ο Γέροντας χωρίς να έχει κουνηθεί λεπτό από τη θέση του:

– «Πώς νιώθεις τώρα; Προσπάθησε να μου το περιγράψεις.»

– «Νιώθω σαν κάποιος συνθέτης να έγραψε ένα μοναδικό μουσικό έργο, να μάζεψε τους καλύτερους μουσικούς που μπορούσε να βρει και να δίνει συναυλία. Και μάλιστα είμαι κι εγώ κι εσύ μέρος αυτού του μουσικού συνόλου».

– «Ενδιαφέρον… Τώρα, προσπάθησε να εστιάσεις την προσοχή σου στις μυρωδιές γύρω σου.»

Η Πασχαλίτσα έβαλε τα δυνατά της για να μυρίσει την κάθε μυρωδιά ξεχωριστά. Δεν ήταν εύκολο αυτό, μια και οι μυρωδιές μπερδεύονταν μεταξύ τους. Η διαδικασία αυτή μάλλον κράτησε περισσότερη ώρα από τις προηγούμενες.

– «Πώς νιώθεις τώρα; Προσπάθησε να μου το περιγράψεις.»

– «Νιώθω σαν να βρίσκομαι μέσα στο καλύτερο αρωματοπωλείο του κόσμου. Υπάρχουν χιλιάδες αρώματα και μάλιστα νιώθω πώς ένα από τα αρώματα είμαι κι εγώ.»  

– «Εξαιρετικά… Τα βλέπεις εκείνα τα λουλούδια εκεί;» Και της δείχνει με το χέρι του ένα ύψωμα.

– «Φυσικά και τα βλέπω. Τί υπέροχα λουλούδια!»

– «Εγώ θα καθίσω εδώ κάτω από αυτό το δένδρο και θα σε περιμένω. Εσύ πέτα εκεί. Θα βρεις πολλή τροφή. Μπορείς να φας όσο θέλεις, αλλά σιγά- σιγά και με την προσοχή σου εστιασμένη στις γεύσεις.

Η Πασχαλίτσα ενθουσιασμένη πετά στο ύψωμα, και πέφτει με τα μούτρα στο φαγητό, ξεχνώντας την εστίαση της στις γεύσεις μια και πεινούσε πολύ. Ευτυχώς γι’ αυτήν πολύ γρήγορα συνειδητοποιεί το λάθος της και επιστρατεύει όλη τη δύναμη της θέλησης της, ώστε να επιβληθεί στην πείνα της. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι το στομάχι της έπαιρνε αποφάσεις γι’ αυτήν. Έτσι άρχισε να τρώει πολύ αργά και να εστιάζεται στις γεύσεις. Μετά από αρκετή ώρα, ο γέροντας σηκώνεται πηγαίνει προς το ύψωμα με τα λουλούδια και φωνάζει την Πασχαλίτσα:

– «Έλα! Πώς νιώθεις τώρα; Προσπάθησε να το περιγράψεις.»

– «Νιώθω ότι όλα είναι διαφορετικά. Η κάθε γεύση με οδηγούσε και σ’ ένα διαφορετικό μονοπάτι. Νιώθω σαν να ήταν η πρώτη φορά που έφαγα στη ζωή μου.»

– «Ωραία.. Πάμε τώρα και στην τελευταία και πιο δύσκολη άσκηση για σήμερα. Θα πετάξεις, ανάμεσα από τα λουλούδια, τα χορτάρια, τα δέντρα, όσο περισσότερο μπορείς. Θέλω να εστιάσεις την προσοχή σου στην επαφή σου μ’ αυτά… Στο άγγιγμα.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Πασχαλίτσα άρχισε να πετάει αργά, ακουμπώντας μία από δω και μία από εκεί σ’ όσα περισσότερα φυτά μπορούσε, εστιάζοντας στην επαφή. Κι αυτή η άσκηση κράτησε πολλή ώρα. Ο Γέροντας απλά καθόταν εκεί ακίνητος και την κοιτούσε.

«Έλα!» , της φώναξε, «Πώς νιώθεις; Προσπάθησε να μου το περιγράψεις.»

Η Πασχαλίτσα πετάει πάνω στο χέρι του, τον κοιτάει με τα μάτια της δακρυσμένα από χαρά και του λέει:

– «Νιώθω ότι είμαι ΕΝΑ με ΟΛΑ.»

– «Ωραία. Πάμε τώρα. Ίσα που προλαβαίνουμε να φθάσουμε στην εκκλησία για την σημερινή ακολουθία.»

Σ’ όλο τον δρόμο μέχρι να φθάσουν στο εκκλησάκι η Πασχαλίτσα δεν άνοιξε καθόλου το στόμα της. Είχε νιώσει τόσο περίεργα και πρωτόγνωρα συναισθήματα και μάλιστα είχε την αίσθηση ότι τα ένιωθε σε κάθε σημείο του μικροσκοπικού της σώματος. Έφτασαν στο εκκλησάκι, μπήκαν μέσα κι ο γέροντας έκανε και πάλι αυτές τις περίεργες μετάνοιες και πήγε στη γνωστή του θέση μόνο που αυτή τη φορά δεν γονάτισε. Κάθισε σε ένα κάθισμα, σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και κοιτούσε σταθερά, ευθεία, μπροστά, χωρίς καν να ανοιγοκλείνει τα μάτια του. Η Πασχαλίτσα πέταξε και κάθισε πάνω στα σταυρωμένα χέρια του, με την πλάτη της να ακουμπά στο στήθος του και τα μάτια της καρφωμένα μπροστά στις τέσσερις εικόνες, προσπαθώντας να μιμηθεί τον Γέροντα. Η ακολουθία είχε ξεκινήσει. Ο παππούλης με τη μαύρη φορεσιά, βγήκε πίσω από τις τέσσερις εικόνες και άρχισε να θυμιατίζει όλο το εκκλησάκι. Κανένας από τους δυο δεν κουνήθηκε όταν πέρασε από μπροστά τους. Οι σκιές από τα κεριά, ο ήχος του θυμιατού, η μυρωδιά από το λιβάνι, η ζεστασιά από το σώμα του γέροντα βοήθησαν την Πασχαλίτσα να θυμηθεί την αίσθηση που είχε βιώσει με τις ασκήσεις που της είχε βάλει ο Γέροντας το πρωί στη βόλτα τους στη φύση. Έκλεισε τα μάτια της και η αίσθηση του ΕΝΑ με ΟΛΑ ξαναγύρισε… και αυτό συνεχώς μεγάλωνε και μεγάλωνε και μεγάλωνε… Ένοιωθε ότι ήταν παντού… ένοιωθε ότι ήταν τα πάντα.

Και ξαφνικά βρίσκεται νύκτα σε ένα μέρος, όπου γύρω από μία φωτιά υπήρχαν δεκατρείς άνθρωποι. Ο Ένας μιλούσε και οι άλλοι άκουγαν, φαινόταν σαν να ήταν ο δάσκαλός τους… Το πρόσωπο του της φαινόταν πολύ γνωστό αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς τον ήξερε. Πλησίασε πιο κοντά προσπαθώντας να ακούσει τι τους έλεγε. Θα γινόταν, έλεγε, ένας γάμος και δέκα κοπέλες πήραν τα λυχνάρια τους και βγήκαν να προϋπαντήσουν τον γαμπρό που ερχόταν. Οι πέντε από αυτές που ήταν άμυαλες δεν πήραν μαζί τους λάδι για να ανάψουν τα λυχνάρια τους. Ο γαμπρός αργούσε να έρθει κι όλες αποκοιμήθηκαν. Κατά τα μεσάνυχτα ακούστηκαν φωνές: «Να! Έρχεται ο γαμπρός! Βγείτε να τον υποδεχτείτε!» Τότε οι μυαλωμένες άναψαν τα λυχνάρια τους με το λάδι τους και έτρεξαν να υποδεχτούν τον γαμπρό και να χαρούν με τη γαμήλια γιορτή. Οι άμυαλες ζητιάνευαν λάδι από τις μυαλωμένες, αλλά εκείνες δεν τους έδιναν, γιατί αν μοίραζαν το λάδι τους, δεν θα έφτανε ούτε γι’ αυτές. Οπότε οι άμυαλες έφυγαν και πήγαν μες στη νύχτα να αγοράσουν λάδι. Στο μεταξύ ήρθε ο γαμπρός με όλη την ακολουθία του και μαζί με τις πέντε μυαλωμένες κοπέλες μπήκαν στο σπίτι όπου θα γινόταν το γαμήλιο γλέντι. Όταν πολύ αργότερα έφτασαν οι πέντε άμυαλες κοπέλες και ζήτησαν να μπουν κι αυτές μέσα, δεν τους άνοιξαν. Και μάλιστα ο γαμπρός τους είπε: «Ποιες είστε; Δεν σας γνωρίζω.» 

Λίγα μέτρα πιο μακριά, η Πασχαλίτσα βλέπει τον γέροντα να στέκεται και να τους κοιτάει. Πετάει με χαρά, κάθεται στη γνωστή της θέση και λέει:

«Ο άνθρωπος αυτός, που μάλλον είναι ο δάσκαλος τους, τους είπε μια πολύ περίεργη ιστορία για κάποιον που παντρευόταν.»

Ο Γέροντας χαμογέλασε και χωρίς να πάρει τα μάτια του από τους άνδρες γύρω από τη φωτιά της λέει:

«Ο Δάσκαλος είναι ο Χριστός και αυτοί γύρω του είναι οι μαθητές Του.»

Η Πασχαλίτσα, όταν συνειδητοποίησε που βρισκόταν και τι έβλεπε, πάγωσε… δεν μπορούσε να κουνηθεί.

– «Στην ιστορία που μόλις άκουσες, ο Γαμπρός είναι ο ίδιος ο Χριστός. Οι 10 νέες γυναίκες που τον περίμεναν για να τον συνοδεύσουν στο γαμήλιο γλέντι, εξωτερικά ήταν ίδιες, αλλά μέσα τους τελείως διαφορετικές. Κι αυτό δεν θα μπορούσαμε να το καταλάβουμε αν ο γαμπρός δεν αργούσε. Σκέψου το λίγο… Κι οι 10 περίμεναν τον γαμπρό κι οι 10 ήταν σίγουρες ότι θα έρθει κι οι 10 τον αγαπούσαν. Η διαφορά τους όμως ήταν ότι οι 5 από αυτές, οι μυαλωμένες, ήταν προετοιμασμένες για την περίπτωση που αυτός αργούσε.

– «Άρα το μάθημα που θέλει να μας διδάξει εδώ ο Χριστός είναι να προετοιμαζόμαστε για τις περιπτώσεις που κάτι δεν πάει καλά. Είπε η Πασχαλίτσα στον γέροντα, με περίσσια υπερηφάνεια που το είχε καταλάβει.

– «Όχι», της λέει κοφτά ο Γέροντας. «Μην βιάζεσαι. Σκέψου… Στην ιστορία λέει ότι οι 5 νέες γυναίκες ήταν μυαλωμένες και οι 5 άμυαλες. Σωστά;»

– «Σωστά», λέει η Πασχαλίτσα προσπαθώντας να καταλάβει.

– «Θυμήσου τώρα τις ασκήσεις που έκανες το πρωί. Η κάθε άσκηση αφορούσε μία από τις πέντε αισθήσεις σου. Πέντε οι μυαλωμένες, πέντε οι άμυαλες… πέντε οι αισθήσεις σου.

– «Ναι», λέει διστακτικά η Πασχαλίτσα, συνειδητοποιώντας τώρα ότι οι ασκήσεις που έκανε το πρωί δεν ήταν απλά για να περάσει η ώρα, αλλά είχαν κάποιο συγκεκριμένο σκοπό.

– «Εσύ το πρωί στην κάθε άσκηση που έκανες, ανακάλυψες τον Θεό με την κάθε αίσθηση σου ξεχωριστά, καταφέρνοντας τελικά να νιώσεις ΕΝΑ με ΟΛΑ.»

– «Και τι άλλο θα μπορούσα να κάνω;», ρωτάει με απορία εκείνη.

– «Θα μπορούσες να χρησιμοποιήσεις την κάθε σου αίσθηση αντίθετα από το θέλημα Του. Για παράδειγμα στην άσκηση με τη γεύση θα μπορούσες να αφεθείς στις ορέξεις της κοιλιάς σου  και να αδιαφορήσεις εντελώς για τη γεύση.»

– «Ναι, παρά λίγο στην άσκηση αυτή να έκανα λάθος, αλλά το κατάλαβα γρήγορα και το διόρθωσα».

– «Οπότε, συνειδητά επέλεξες οι αισθήσεις σου να συμβαδίζουν με το θέλημα του Θεού και αυτό σε οδήγησε στο να Τον ανακαλύπτεις παντού. Βέβαια, για τους ανθρώπους, το αν χρησιμοποιούν τις αισθήσεις τους σύμφωνα με το θέλημα του Θεού ή όχι είναι πολύ πιο ξεκάθαρο. Αλλά ας πάμε πάλι πίσω στην ιστορία. Οι 5 μυαλωμένες νέες κοπέλες, σ’ όλη τους την ζωή οτιδήποτε και να ξεκινούσαν να κάνουν, είχαν στο μυαλό τους το Τέρμα. Ήξεραν δηλαδή τι ήθελαν και ποιο ήταν το θέλημα του Θεού. Και οτιδήποτε και να έκαναν στη ζωή τους, το έκαναν χρησιμοποιώντας όλες τις αισθήσεις τους στο «τώρα», χωρίς όμως ποτέ να ξεχνούν τον τελικό τους προορισμό.

– «Α! Τώρα κατάλαβα…», είπε σκεφτική η πασχαλίτσα.

– «Το λυχνάρι είναι το σώμα μας», συνέχισε ο γέροντας. «Βλέπεις, και οι 10 νέες κοπέλες το φρόντιζαν. Το κρατούσαν καθαρό, αλλά μόνο οι 5 μυαλωμένες φρόντισαν να έχουν μαζί τους περισσότερο λάδι, για να κρατήσουν τη φλόγα αναμμένη. Το λάδι είναι το Έλεος, η προσφορά μας στον άλλο, στον κάθε άλλο, μαζί και στον εαυτού μας. Ξέρεις πόσοι άνθρωποι φροντίζουν να κρατούν καθαρό το σώμα τους, να είναι τυπικοί μ’ αυτά που θεωρούν ότι θέλει ο Θεός, αλλά δεν είναι ελεήμονες; Κι αυτοί,, πίστεψε με, δεν θα μπορέσουν να ακολουθήσουν τον γαμπρό στο γαμήλιο τραπέζι.

– «Τι σημαίνει “έλεος”;», ρώτησε η Πασχαλίτσα

– « “Έλεος” σημαίνει να αγαπάς τους πάντες και τα πάντα χωρίς όρια και να το δείχνεις με πράξεις», απάντησε ο Γέροντας.

– «Αυτό μ’ αρέσει πάρα πολύ. Και θεωρώ ότι μάλλον το έχω καταφέρει.»

– «Και τελικά οι 5 άμυαλες νέες, μπορεί να κρατούσαν με πολύ προσοχή το σώμα τους καθαρό, αλλά από τη στιγμή που δεν είχαν Έλεος, ούτε τον Γαμπρό είδαν, ούτε στο γαμήλιο δείπνο μπόρεσαν να παρευρεθούν. Το μόνο που κέρδισαν ήταν μία πόρτα κλειστή και την απάντηση του γαμπρού: «Ποιες είστε; δεν σας γνωρίζω;»…

Η Πασχαλίτσα, προσπαθούσε να βάλει σε μια σειρά όλες αυτές τις πολλές και δύσκολες πληροφορίες που τις είχε δώσει ο γέροντας. Με το βλέμμα της ασυναίσθητα εξερευνούσε τα πρόσωπα των Μαθητών, ώσπου συνειδητοποίησε ότι ο Χριστός έχει στρέψει το πρόσωπό Του πάνω της και σηκώνει το χέρι Του, προσκαλώντας τη, να πάει προς Αυτόν. Η καρδούλα της χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε ότι όλοι όσοι βρίσκονταν στον χώρο την άκουγαν. Επιστρατεύοντας όλη τη δύναμη της ψυχής της, πετάει και κάθεται πάνω στο χέρι Του. Ένα ρεύμα διαπέρασε το σώμα της και μια ηρεμία, μια γαλήνη, αυτή η αίσθηση του ΕΝΑ με ΟΛΑ απλώθηκε ακόμα και στο μικρότερο σημείο του σώματος της. Ο Χριστός ακουμπάει το Χέρι Του με την Πασχαλίτσα στο πόδι Του, γυρίζει προς τους μαθητές Του και λέει:

«Κάποτε ένας άρχοντας θα πήγαινε ένα μακρινό ταξίδι. Πριν φύγει, κάλεσε τους τρεις υπηρέτες του και τους έδωσε μερικά τάλαντα. Στον πρώτο υπηρέτη έδωσε πέντε τάλαντα. Στον δεύτερο έδωσε δύο, ενώ στον τρίτο έδωσε ένα τάλαντο. Όταν γύρισε από το ταξίδι, κάλεσε ξανά τους υπηρέτες του και ζήτησε να του πουν τί είχαν κάνει με τα χρήματα που τους είχε δώσει. Ο πρώτος μετά από σκληρή δουλειά είχε καταφέρει να διπλασιάσει το αρχικό ποσό, και επέστρεψε στον κύριο του δέκα τάλαντα. Το ίδιο είχε κάνει και ο δεύτερος και έτσι κατάφερε να επιστρέψει τέσσερα τάλαντα. Ο τρίτος, όλο το διάστημα της απουσίας του κυρίου του, δεν δούλεψε καθόλου. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ένιωθε και αδικημένος επειδή είχε πάρει μόνο ένα τάλαντο. Έτσι, επιστρέφοντας αυτό το τάλαντο, κατηγόρησε τον άρχοντα για την αδικία που είχε υποστεί. Ο άρχοντας τότε πήρε αυτό το τάλαντο και το έδωσε στον πρώτο μαζί με τα άλλα δέκα…»

Όταν τελείωσε την αφήγηση Του, σήκωσε το Χέρι Του, κοίταξε την Πασχαλίτσα βαθιά μέσα στα μάτια και της είπε: «Τώρα ξέρεις… Μπορείς να επιστρέψεις…», κι ένα πολύ δυνατό λευκό φως μπροστά στα μάτια της την ανάγκασε να τα κλείσει. Όταν τα άνοιξε βρισκόταν και πάλι πάνω στα χέρια του Γέροντα μέσα στο εκκλησάκι και μάλιστα την ώρα που η ακολουθία τελείωνε. Ο Γέροντας σηκώθηκε, έκανε τις συνηθισμένες περίεργες μετάνοιες και ξεκίνησαν για την σπηλιά τους. Όταν ήδη είχαν απομακρυνθεί αρκετά από το εκκλησάκι, ρωτάει ο Γέροντας:

«Μήπως θέλεις να μου πεις τι κατάλαβες από την τελευταία ιστορία;»

Είναι η πρώτη φορά που στο μυαλό της Πασχαλίτσας δεν δημιουργήθηκε η απορία πώς ήξερε ο γέροντας τι βίωσε.

– «Ο άνθρωπος που εμπιστεύτηκε την περιουσία του στους δούλους είναι ο Θεός. Οι δούλοι είναι όλοι οι άνθρωποι, χωρίς καμία εξαίρεση. Πώς τα πάω;», ρώτησε η Πασχαλίτσα όλο αγωνία.

– «Συνέχισε»… απάντησε ο γέροντας με ένα βλέμμα που την γέμισε χαρά και αυτοπεποίθηση να συνεχίσει.

– « Τα τάλαντα είναι… ναι, τα τάλαντα είναι τα δώρα και οι ικανότητες που έχει δωρίσει ο Θεός στον κάθε άνθρωπο. Όπως… η ελευθερία, η αγάπη, η εμπιστοσύνη, η ελπίδα. Αλλά υπάρχουν κι άλλα χαρίσματα, που ο Θεός τα μοιράζει διαφορετικά στον κάθε άνθρωπο. Η δική μας δουλειά είναι να καλλιεργούμε αυτά τα χαρίσματα από παιδιά και παράλληλα να προσφέρουμε τη βοήθειά μας με αγάπη στους πάντες και τα πάντα», είπε η Πασχαλίτσα και ξαφνικά σταμάτησε, πήρε μια βαθιά ανάσα και αναλογίστηκε τι ήταν όλα αυτά που μόλις είχε πει και από πού τα ήξερε…

– «Και τί κατάλαβες τελικά από αυτή την ιστορία;», ρώτησε ο Γέροντας, παροτρύνοντάς την να συνεχίσει την σκέψη της.

– «Εγώ αυτό που κατάλαβα είναι ότι τίποτα τελικά δεν είναι δικό μας, απλά ο Θεός επειδή μας αγαπάει μάς έχει επιτρέψει να φροντίζουμε την περιουσία Του. Και αυτό οφείλουμε να το κάνουμε κι εμείς με αγάπη και σύνεση έτσι ώστε να την αυξάνουμε συνεχώς. Ναι, αυτό είναι… ο Χριστός με αυτή την ιστορία, ήθελε να δείξει στους μαθητές Του ότι οι άνθρωποι πρέπει να καλλιεργούν τα χαρίσματα που τους δίνει ο Θεός, όχι μόνο για το δικό τους καλό, αλλά και για το καλό όλων των ανθρώπων.»

Ο Γέροντας δεν μίλησε καθόλου, απλά χαμογέλασε… Σ’ όλο τον υπόλοιπο δρόμο η Πασχαλίτσα δεν μιλούσε… απλά ήταν ΕΝΑ με ΟΛΑ.

Πριν κλείσει τα μάτια της εκείνο το βράδυ, ευχαρίστησε τον Θεό για όλα όσα της είχε προσφέρει και αναρωτήθηκε: «Αν αυτή ήταν η δεύτερη μέρα του ταξιδιού μου και έζησα τόσα υπέροχα πράγματα… τί ακολουθεί άραγε τις επόμενες ημέρες;»… Κι έτσι έκλεισε τα μάτια της κι αποκοιμήθηκε με ένα χαμόγελο…

Συνεχίζεται…..

Share this: