Ο Γέροντας και το ταξίδι της μικρής Πασχαλίτσας στη Μεγάλη Εβδομάδα

Ποτέ δεν είναι αργά

Η Πασχαλίτσα άνοιξε τα μάτια της πρώτη. Κοίταξε γύρω της και είδε ότι στο τζάκι ήδη υπήρχε μία μεγάλη ρίζα που σιγόκαιγε. Της έκανε εντύπωση γιατί ο γέροντας ακόμα κοιμόταν δίπλα της, αλλά το προσπέρασε. Επίσης, παρατήρησε ότι και το θυμιατό ήταν αναμμένο, στην γνωστή του θέση σαν να το είχε ανάψει κάποιος περιμένοντας να ξυπνήσουν, για να μην καθυστερήσουν την πρωινή τους προσευχή.

Έχοντας συνηθίσει πλέον τα περίεργα πράγματα που της συνέβαιναν, χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία, σηκώθηκε από το κρεβατάκι της, όσο πιο ήσυχα μπορούσε για να μην ξυπνήσει το γέροντα και πήγε και κάθισε ανάμεσα από τις δύο εικόνες, εκεί που συνήθως καθόταν αυτός. Έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να νιώσει αυτή την ζέστη στη καρδιά της με όλες της τις αισθήσεις. Χωρίς κάποια προσπάθεια, άρχισε να λέει από μέσα της την Ευχή όπως ακριβώς της είχε μάθει ο γέροντας. «Κύριε Ιησού Χριστέ» στην εισπνοή, «Ελέησον με» στην εκπνοή. Η μόνη διαφορά ήταν ότι η εκπνοή της κρατούσε τον διπλάσιο χρόνο από ότι η εισπνοή της. Της φάνηκε λίγο περίεργο στην αρχή αλλά και πάλι δεν έδωσε σημασία. Απλά προσπαθούσε να αδειάσει εντελώς το μυαλό της για να μπορέσει να νιώσει μέσα της αυτή τη ζέστη. Ένιωσε ότι στη θέση της καρδιάς της βρισκόταν ένα λευκό φως. Εστίασε την προσοχή της στο φως, μην σταματώντας να επαναλαμβάνει την ευχή. Το φως άρχισε να μεγαλώνει. Μεγάλωνε…μεγάλωνε… μεγάλωνε τόσο που ένιωσε ότι ολόκληρο το σωματάκι της ήταν τώρα ένα φως. Δεν σταμάτησε… Συνέχισε… και το φως συνέχιζε να μεγαλώνει. Γέμισε ολόκληρη τη σπηλιά… και συνέχισε να μεγαλώνει… γέμισε όλο το μαγικό βουνό και συνέχισε να μεγαλώνει… γέμισε ολόκληρο τον πλανήτη και συνέχισε να μεγαλώνει… τώρα τα πάντα ήταν φως!!! Αυτή η αίσθηση του «ΕΝΑ με ΟΛΑ» ήταν διάχυτη παντού!!! Δεν υπήρχε τόπος, δεν υπήρχε χρόνος, απλά ΟΛΑ… ήταν ΕΝΑ… ήταν τα ΠΑΝΤΑ… ήταν ΠΑΝΤΟΥ!

Ξαφνικά το τοπίο άλλαξε. Βρέθηκε πάνω στον ώμο του γέροντα σ’ ένα χωριό μάλλον πολλά χρόνια πριν.

«Πού είμαστε; Τί είναι εδώ;» ρωτάει η Πασχαλίτσα

«Βρισκόμαστε στη Βηθανία, σ’ ένα χωριό έξω από τα Ιεροσόλυμα, δύο μέρες πριν το Πάσχα», της απαντά ο γέροντας.

«Κοίτα πόσο πολύς κόσμος είναι μαζεμένος έξω από εκείνο το σπίτι…»

«Αυτό το σπίτι είναι του Σίμωνα του πρώην λεπρού και θα σου πρότεινα να πάμε κι εμείς προς τα εκεί για να δούμε τί συμβαίνει. Τι λες;»

Χωρίς φυσικά να περιμένει την απάντηση της, ο Γέροντας άρχισε να κατευθύνεται προς το σπίτι. Μπαίνοντας μέσα, βρήκαν με δυσκολία ένα μέρος να σταθούν, αφού υπήρχαν πολλοί άνθρωποι τριγύρω που παρακολουθούσαν κάποιους που έτρωγαν. Εκείνα τα χρόνια, όταν κάποιος είχε έναν σημαντικό καλεσμένο, άφηνε τις πόρτες του σπιτιού του ανοικτές για να μπορεί όποιος ήθελε να μπει και να τον συναντήσει. Η Πασχαλίτσα αμέσως αναγνώρισε τον Χριστό που καθόταν στο κέντρο του τραπεζιού.

Ξαφνικά η εικόνα αλλάζει πάλι και τώρα βρίσκεται μέσα σ’ ένα αρωματοπωλείο. Ο πωλητής πίσω από τον πάγκο τακτοποιούσε τα αρώματα του. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει μέσα μια πολύ όμορφη γυναίκα. Τον πλησιάζει και του λέει ότι θέλει να αγοράσει το πιο ακριβό μύρο που έχει το κατάστημα. Αυτός, που φαίνεται ότι γνώριζε τη γυναίκα πολύ καλά, την ρωτάει περιφρονητικά αλλά και γεμάτος περιέργεια:

«Τί το θέλει μια γυναίκα σαν και σένα τόσο ακριβό μύρο; Ποιος είναι αυτός ο τόσο εκλεκτός που θα του δώσεις κάτι τέτοιο; Τί περιμένεις ως αντάλλαγμα από την κίνηση σου αυτή;»

Η γυναίκα τον κοίταξε μέσα στα μάτια και του λέει:

«Εσένα δεν θα έπρεπε να σε ενδιαφέρει το ποιος είναι αυτός που θα του το προσφέρω, παρά μονάχα ότι θα πουλήσεις και θα πάρεις τα χρήματα σου. Το τι έχω εγώ στην καρδιά είναι δική μου δουλειά και κανενός άλλου. Παρόλα αυτά, επειδή ξέρω ότι θα σκάσεις από την περιέργεια, θα σου πω μόνο ότι, είναι Αυτός που μπορεί να συγχωρήσει όλες σου τις αμαρτίες, όλα σου τα λάθη,  είναι Αυτός που μ’ ένα Του μόνο λόγο μπορεί να σε κάνει καλά από όποια αρρώστια και να έχεις είτε στο σώμα, είτε στο νου, είτε στην ψυχή, είναι Αυτός που μπορεί να αναστήσει ακόμα και νεκρούς. Είμαι σίγουρη ότι αν καταφέρω να τον πλησιάσω και να τον αγγίξω, επειδή είναι τόσο καθαρός θα καταλάβει όλα αυτά που έχω μέσα στην καρδιά μου, θα με συγχωρήσει και θα με αγιάσει».

Και ολοκληρώνοντας τη φράση της αφήνει πάνω στον πάγκο 300 δηνάρια, δηλαδή ό,τι χρήματα είχε και δεν είχε, πήρε το μπουκαλάκι με το μύρο και έφυγε.

Της Πασχαλίτσας της φάνηκε πολύ περίεργη τόσο η σκηνή αυτή όσο και η γυναίκα. Οπότε, με μία κίνηση κάθεται πάνω στον ώμο της θέλοντας να την ακολουθήσει και να δει που θα πάει και τι θα κάνει. Και τότε διαπίστωσε κάτι πολύ σοκαριστικό… Μπορούσε να ακούσει τις σκέψεις της…

«Ο προφήτης αυτός πήγε να φάει στο σπίτι λεπρού, που ο νόμος έλεγε ξεκάθαρα ότι ήταν ακάθαρτος και απαγορευόταν να έχει επικοινωνία με τους ανθρώπους, άρα και μένα θα με αφήσει να τον πλησιάσω. Ανέχθηκε τη λέπρα εκείνου του ανθρώπου, άρα θα δεχθεί και την αρρωστημένη μου ψυχή. Ξέρω ότι έχω κάνει πάρα πολλές αμαρτίες, ξέρω ότι έχω παρασύρει στην αμαρτία πάρα πολλούς άνδρες, αλλά δεν αντέχω άλλο, θέλω να αλλάξω τον τρόπο που ζω, θέλω να ζήσω μια ζωή αρεστή στον Θεό και είμαι σίγουρη ότι μόνο αυτός μπορεί να με συγχωρήσει για όλα αυτά που έχω κάνει.

Αλλά… πώς είναι δυνατόν εγώ τόσο βρώμικη να πλησιάσω κάποιον τόσο καθαρό;

Αλλά… αυτός είναι άνθρωπος σταλμένος από τον Θεό και είναι ο μόνος που μπορεί να με σώσει.»

Όλη αυτή η διαδικασία των σκέψεων κράτησε μέχρι τη στιγμή που έφθασε έξω από το σπίτι του Σίμωνα του λεπρού. Όταν είδε τον κόσμο, κοντοστάθηκε. Ακόμα μία σκέψη διαπέρασε το μυαλό της σαν κεραυνός: 

«Πώς θα με δει όλος αυτός ο κόσμος να μπαίνω μέσα εγώ, μία τόσο αμαρτωλή γυναίκα που όποιον κι αν αγγίξω τον μολύνω; Και θα πάω να αγγίξω αυτόν που είναι τόσο καθαρός, αυτόν που είναι σταλμένος από τον ίδιο τον Θεό;»

«Μόνο Αυτός μπορεί να με σώσει», λέει δυνατά στον εαυτό της για να πάρει κουράγιο και μπαίνει μέσα.

Η εικόνα και πάλι για την Πασχαλίτσα αλλάζει και βρίσκεται ξανά πάνω στον ώμο του γέροντα, κοιτώντας τον Χριστό να κάθεται στο τραπέζι.

Μία ανησυχία, μια φασαρία ακούγεται μέσα στο σπίτι και ο κόσμος αρχίζει να παραμερίζει βλέποντας την συγκεκριμένη γυναίκα, να μπαίνει μέσα στο δωμάτιο. Αυτή, σαν να μην υπήρχε κανένας γύρω της και αγνοώντας όλα τα επικριτικά σχόλια, πηγαίνει από την πίσω μεριά του τραπεζιού, ανοίγει το μπουκαλάκι με το μύρο και αρχίζει να αλείφει το κεφάλι του Χριστού (ήταν μία κίνηση που εκείνη την εποχή ήταν πολύ συνηθισμένη), με τα μάτια της πλημμυρισμένα από δάκρυα. 

Η ευωδία του μύρου γέμισε ολόκληρο το δωμάτιο, άλλα όχι και τις καρδιές των ανθρώπων που βρίσκονταν μέσα σ’ αυτό. Οι πρώτοι που δυσανασχέτησαν ήταν οι μαθητές του Χριστού, μια και κατάλαβαν ότι το μύρο ήταν πανάκριβο και ο Χριστός σχεδόν πάντα τόνιζε ότι το σημαντικότερο από όλα είναι η βοήθεια προς τους φτωχούς. Ο Ιούδας αρχίζει να την επικρίνει και να λέει ότι τα χρήματα που δόθηκαν για το μύρο θα μπορούσαν να δοθούν στους φτωχούς.

Η Πασχαλίτσα κοιτούσε την σκηνή που διαδραματιζόταν μπροστά της με το στόμα ανοικτό. Γυρίζει το κεφαλάκι της προς τον γέροντα και τον ρωτάει:

Πώς είναι δυνατόν, ειδικά οι μαθητές του Χριστού να μην καταλαβαίνουν αυτό που έχει μέσα στην καρδιά της αυτή η γυναίκα;

Πριν προλάβει να απαντήσει ο Γέροντας, ακούει τον Χριστό να λέει με αυστηρότητα στους μαθητές Του: «Γιατί δημιουργείτε προβλήματα στην γυναίκα αυτή; Έκανε μια καλή πράξη για μένα. Όσο για τους φτωχούς, αυτούς πάντοτε θα τους έχετε μαζί σας· εμένα όμως δεν θα μ’ έχετε πάντοτε.»

Και κοιτώντας στα μάτια τον Ιούδα, του λέει με νόημα: «Το μύρο που έριξε στο σώμα μου αυτή η γυναίκα ήταν προετοιμασία για την ταφή μου.»

Και ολοκληρώνει λέγοντας σ’ όλους όσους βρίσκονταν στον χώρο: «Σας βεβαιώνω πως σ’ όλο τον κόσμο, όπου κι αν κηρυχθεί το ευαγγέλιο, θα γίνεται λόγος για αυτή της την πράξη κι έτσι θα τη θυμούνται.»

Σιγή έπεσε στο δωμάτιο. Ο Γέροντας ψιθυρίσε στο αυτί της Πασχαλίτσας:

«Κατάλαβες ότι ο Χριστός προανήγγειλε την ταφή Του και μάλιστα κοιτώντας τον Ιούδα στα μάτια, μήπως και τον αποτρέψει από την προδοσία;»

«Όχι, δεν κατάλαβα κάτι τέτοιο. Αλλά είμαι πολύ χαρούμενη που ο Χριστός όχι μόνο συγχώρησε τη γυναίκα αυτή αλλά, όλο αυτό που έκανε, όλο αυτό που ένιωσε θα διδάσκεται πάντα, σε ολόκληρο τον κόσμομ ως μάθημα μετάνοιας.»

Το σκηνικό και πάλι αλλάζει. Η Πασχαλίτσα βρίσκεται σ’ ένα πολύ μεγάλο δωμάτιο, που στο βάθος του βρίσκονται μαζεμένοι μερικοί άνδρες που συζητούν μεγαλόφωνα. Πλησιάζει όσο πιο κοντά μπορεί και τους ακούει να συζητούν για το πώς θα καταφέρουν να πιάσουν και να εξοντώσουν τον Χριστό. Ένας δυνατός θόρυβος ακούγεται από πίσω της. Τα βλέμματα όλων στρέφονται με μιας προς τα εκεί. Η πόρτα ανοίγει, και μπαίνει τρέχοντας μέσα ένας άνδρας και τους πλησιάζει. Η Πασχαλίτσα αναγνωρίζει στο πρόσωπο του τον μαθητή του Χριστού, τον Ιούδα.

«Τί θα μου δώσετε; Κι εγώ θα σας τον παραδώσω», τους λέει αποφασιστικά.

Αυτοί, αφού συζήτησαν για λίγο χαμηλόφωνα μεταξύ τους, βγάζουν από ένα κουτί και μετρούν μπροστά του τριάντα αργύρια. Τα βάζουν σε ένα μαύρο πάνινο σακουλάκι και του τα πετούν. Ο Ιούδας τα πιάνει στα χέρια του… τα φιλάει… τα βάζει μέσα στο πουκάμισο του και φεύγει τρέχοντας.

Η Πασχαλίτσα, νιώθει σαν να την ρουφάει κάτι προς τα πίσω… Νιώθει τον γνωστό πλέον γι’ αυτήν στροβιλισμό και ανοίγοντας τα μάτια της βλέπει ότι βρίσκεται και πάλι στη σπηλιά, ανάμεσα από τις δύο εικόνες, με τον γέροντα πίσω της γονατισμένο και το μέτωπο του ακουμπισμένο στο χώμα. Ο Γέροντας σηκώνει το κεφάλι του και της λέει:

«Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ο Ιούδας έψαχνε την ευκαιρία να τους παραδώσει τον Χριστό. Αλλά την ιστορία του Ιούδα θα τη δούμε και αργότερα. Για πες μου όμως, τι σου έμεινε από την ιστορία με την αμαρτωλή γυναίκα;»

«Ότι δεν έχει σημασία η ηλικία ή ποιες και πόσες λάθος επιλογές έχει κάνει κάποιος στη ζωή του… δεν έχει καν σημασία ποιες καταστάσεις βιώνουμε σήμερα, τα πάντα ΜΠΟΡΟΥΝ να ΑΛΛΑΞΟΥΝ… κι αυτό είναι καθαρά και μόνο ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΕΠΙΛΟΓΗ.»

Ο Γέροντας χαμογέλασε, σηκώθηκε και της λέει:»

«Έλα, πρέπει να βιαστούμε αν θέλουμε να είμαστε στην ακολουθία από την αρχή.»

«Α, έχει και σήμερα πρωινή Θεία Λειτουργία; Δεν το θυμόμουνα», λέει η Πασχαλίτσα.

«Την Απογευματινή Ακολουθία θέλουμε να προλάβουμε», της λέει κλείνοντας της το μάτι.

Η Πασχαλίτσα για ακόμα μία φορά έμεινε άναυδη… Στο δρόμο προς το εκκλησάκι, πάλι δεν άνοιξε το στόμα της. Δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους της πώς ήταν δυνατόν να προσεύχεται τόσες πολλές ώρες χωρίς να το καταλάβει καν. Αλλά γενικότερα αυτή την ημέρα κάτι δεν πήγαινε καλά με τον χρόνο. Η απόσταση από τη σπηλιά μέχρι το εκκλησάκι της φάνηκε λες και την έκαναν στο ένα τέταρτο του συνηθισμένου χρόνου.

Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, μπήκαν μέσα, ο γέροντας άρχισε ξανά τις συνηθισμένες πλέον περίεργες μετάνοιες μπροστά σε κάθε εικόνα και πήγε στη γνωστή του θέση. Η Ακολουθία άρχισε… και σαν από θαύμα, για πρώτη φορά η Πασχαλίτσα ξαφνικά ακούει και καταλαβαίνει τι λέει ο παππούλης και ο υποτακτικός του …Ακούει και καταλαβαίνει τις ψαλμωδίες… Άλλο πάλι και τούτο.

Παρατήρησε ότι σ’ όλη σχεδόν την ακολουθία, αυτά που έψελναν ήταν μία περιγραφή εικόνων που η μία συγκρινόταν με την άλλη. Από την μία πλευρά υπήρχε η αμαρτωλή γυναίκα που μετανόησε και από την άλλη πλευρά υπήρχε ο Ιούδας που πρόδωσε.

«Πω! Πω!… ο Ιούδας πρέπει να ήταν πολύ κακός και πονηρός άνθρωπος» σκέφτηκε η Πασχαλίτσα κι έκλεισε τα μάτια της. «Αφού ο Χριστός μπορούσε να δει μέσα στον καθένα και να τον καταλάβει, γιατί τον επέλεξε για μαθητή Του;»

Ξαφνικά ακούγεται απόλυτη ησυχία. Ανοίγει τα μάτια της και βλέπει ότι βρίσκεται σ’ ένα μικρό δωμάτιο. Ένας άνδρας και μία γυναίκα κοιμούνται στο κρεβάτι. Η γυναίκα φαίνεται ότι έχει πολύ ανήσυχο ύπνο… σαν να βλέπει εφιάλτη. Πετάγεται επάνω κι αρχίζει να φωνάζει από τον φόβο της. Ο άντρας της, τρομαγμένος από τις φωνές της, την ρωτάει τι έπαθε. Αυτή του λέει ότι είδε όνειρο πως αν μείνει έγκυος και κάνει αγόρι, το παιδί αυτό θα είναι η καταστροφή του Έθνους τους.

Η Πασχαλίτσα ανοιγοκλείνει τα ματάκια της προβληματισμένη και ξαφνικά στο ίδιο δωμάτιο  εκτός από την ίδια γυναίκα βρίσκονται πολλές γυναίκες γύρω της και στο άκουσμα ενός μωρού που κλαίει, μια από αυτές τις γυναίκες φωνάζει με χαρά: «Αγόρι είναι!».

Τρομαγμένη από την ξαφνική φωνή και το κλάμα, η Πασχαλίτσα κλείνει τα μάτια της και όταν τα ξανανοίγει, βλέπει το μωρό μέσα σε ένα καλάθι φτιαγμένο από τα χέρια της μητέρας του και την μητέρα του να το ρίχνει στη θάλασσα κρυφά από τον άντρα της. 

Με γουρλωμένα μάτια η Πασχαλίτσα κοιτάζει δεξιά κι αριστερά ψάχνοντας με το βλέμμα της κάποιον να σώσει το μωρό. Και τότε βλέπει μερικούς βοσκούς να κρατούν το καλάθι με το νεογέννητο μωρό που βρήκαν στην παραλία και να το πηγαίνουν σε μία γυναίκα στο χωριό τους, που μόλις είχε γεννήσει, για να το θηλάσει. Αυτή το αγκάλιασε πρόθυμα και του έδωσε το όνομα Ιούδας.

Ξεφυσάει με ανακούφιση η Πασχαλίτσα μα μόλις σηκώνει το βλέμμα της ξανά, βλέπει το αγόρι, που είχε αρχίσει πια να περπατάει, μέσα σε ένα πλοιάριο μαζί με την γυναίκα. Πήγαιναν στη χώρα απέναντι. Η γυναίκα δεν μπορούσε πια να θρέφει το μικρό αγόρι και βρήκε εκεί έναν άντρα πρόθυμο να το αναθρέψει. Ο άντρας, σκεπτόμενος το παιδί που είχε χάσει, το παίρνει και το πηγαίνει στη γυναίκα του. Εκείνη το δέχεται με μεγάλη χαρά, σκεπτόμενη το παιδί που η ίδια είχε βάλει σε ένα καλάθι και το είχε ρίξει στη θάλασσα…

Η Πασχαλίτσα προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει αυτό που μόλις είχε δει, τρίβει τα ματάκια της και αμέσως μετά τα γουρλώνει με αγωνία για να δει τη συνέχεια. Και να, η ίδια γυναίκα γεννάει ακόμα ένα αγόρι και ο Ιούδας στέκεται πάνω από το κεφάλι της κοιτώντας το μωρό με ζήλια.

Αναρωτήθηκε για μια στιγμή η Πασχαλίτσα πώς θα ένιωθε εκείνη στη θέση του, μα μέχρι να ολοκληρώσει αυτή τη σκέψη, να ο Ιούδας έφηβος πια, μαλώνει με τον αδελφό του, και από ζήλια, για να μην μοιραστεί η περιουσία του πατέρα τους στη μέση, παίρνει μία πέτρα, χτυπάει τον μικρό του αδερφό στο κεφάλι και τον σκοτώνει. 

Το βλέμμα της Πασχαλίτσας ακολουθεί τον φοβισμένο Ιούδα που φεύγει κρυφά για την Ιερουσαλήμ. Θα μπορούσε να πετάξει στον ώμο του, ειλικρινά όμως δεν θα ήθελε να είναι ούτε ψύλλος στον κόρφο του μετά από αυτό που έκανε. Στην Ιερουσαλήμ, παρακολουθεί τον Ιούδα να πουλάει και να αγοράζει. Από τότε που γνώρισε τον Βασιλιά Ηρώδη, μπήκε στην δούλεψή του. Πουλούσε αυτά που παρήγαγαν τα χωράφια του Βασιλιά και αγόραζε τα απαραίτητα εφόδια που χρειαζόταν το παλάτι.

«Μα είναι δυνατόν να γλίτωσε έτσι απλά και να έχει βρει και καλή δουλειά;» αναρωτήθηκε η Πασχαλίτσα κοιτάζοντας τον ουρανό, σαν να απηύθυνε το ερώτημα της στον Θεό. Στρέφοντας το βλέμμα της πάλι στο έδαφος, βλέπει μπροστά της ένα πολύ ωραίο σπίτι με μεγάλους κήπους και δέντρα με όλων των ειδών τους καρπούς. Κοιτάζει πιο προσεκτικά και αναγνωρίζει τους γονείς του Ιούδα, εμφανώς γερασμένους. Περνώντας τα χρόνια, είχαν αναγκαστεί να πουλήσουν όλη τους την περιουσία, να εγκαταλείψουν τον τόπο τους λόγω της μεγάλης αναταραχής που είχε ξεσπάσει εκεί, και να χτίσουν νέο σπιτικό κοντά στο παλάτι. Το βλέμμα της Πασχαλίτσας ταξιδεύει ερευνητικά προς το παλάτι κι εκεί, στο παράθυρο του πύργου, διακρίνει τον Ηρώδη και τον Ιούδα να θαυμάζουν τα λουλούδια του νέου τους γείτονα. Ο Ιούδας προσφέρεται να πάει στο σπίτι εκείνο και να μαζέψει λουλούδια για τον Βασιλιά.

Η αγωνία της Πασχαλίτσας κορυφώνεται. Κοιτάζει μέσα στον κήπο και εντοπίζει τον Ιούδα με τα χέρια γεμάτα λουλούδια. Μπροστά του εμφανίζεται ξαφνιασμένος ο πατέρας του, ο οποίος χωρίς να τον αναγνωρίσει -παρομοίως και ο Ιούδας- τον ρωτάει γιατί επίλεξε να κλέψει τα λουλούδια κρυφά, αφού αν του τα είχε ζητήσει για τον Βασιλιά θα του τα είχε προσφέρει με μεγάλη ευχαρίστηση. Τότε, ο Ιούδας ντροπιασμένος και εξαγριωμένος, αρπάζει μία πέτρα, τον χτυπάει στο κεφάλι και τον σκοτώνει.

H Πασχαλίτσα κλείνει σφιχτά τα μάτια της και τα ξανανοίγει με την ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει. Δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που μόλις είχε δει. Όμως αυτό που είδε ήταν ακόμα χειρότερο. Ο Ιούδας βρίσκεται στο παλάτι, δίνει τα λουλούδια στον Βασιλιά και μην μπορώντας να κρύψει την αλήθεια, του λέει τι έγινε. Και ο Ηρώδης προς μεγάλη της έκπληξη, απαιτεί να μην μαθευτεί το γεγονός και ντροπιαστεί το παλάτι και ζητάει από τον Ιούδα να παντρευτεί την χήρα, για να αποκαταστήσει την αδικία που έγινε και επί της ευκαιρίας, να περάσει και όλη η περιουσία του πεθαμένου στα χέρια τους. Γραπτή Βασιλική Διαταγή γράφτηκε με αυτή την εντολή του Ηρώδη και παραδόθηκε στην χήρα.

Τρίβει τα μάτια της κι ακόμα δεν μπορεί να πιστέψει ότι είδε μπροστά της τον γάμο του Ιούδα με την μητέρα του και σαν να μην έφτανε αυτό, ζήσανε πολλά χρόνια μαζί και αγνοώντας την μεταξύ τους σχέση, απέκτησαν και παιδιά.

Με ανάμεικτα συναισθήματα θυμού και απορίας, η Πασχαλίτσα στρέφει το βλέμμα της σε ένα δωμάτιο του σπιτιού. Εκεί, ο Ιούδας ρωτάει τη γυναίκα του γιατί κλαίει κι εκείνη μετά από τόσα χρόνια του ανοίγει την καρδιά της και του εξιστορεί όλη της τη ζωή. Ο Ιούδας ακούγοντας τη, ξετυλίγει το κουβάρι της δικής του ζωής και μοιράζεται μαζί της αυτά που μόλις είχε συνειδητοποιήσει, αλλά και όλη την αλήθεια. Ότι αυτός ήταν δηλαδή το μωρό που εκείνη έριξε στη θάλασσα, κι ότι ο ίδιος ήταν το παιδί που υιοθέτησαν αργότερα και ο φονιάς του αδελφού του και του πατέρα του, και εκείνος που την παντρεύτηκε κι έκανε παιδιά μαζί της. Εκείνη αρχίζει να κλαίει και τον διώχνει από κοντά της.

«Μετά από αυτό, τι;» αναρωτιέται η Πασχαλίτσα και ξαφνικά με συμπάθεια κι απορία συνάμα στο βλέμμα της, βλέπει μπροστά της τον Χριστό να δίνει τον ρόλο του ταμία στον Ιούδα, που με σκυμμένο κεφάλι τον παρακαλούσε να γίνει μαθητής Του. Έτσι ο Ιούδας ξεκίνησε να μαζεύει τα χρήματα που έδινε ο κόσμος, κρατούσε αυτά που χρειάζονταν για να συντηρηθούν ο Χριστός με τους μαθητές Του και τα υπόλοιπα τα μοίραζαν στους φτωχούς.

«Μα να! Ο Ιούδας δεν είναι αυτός που κλέβει από το ταμείο;» αναφωνεί η Πασχαλίτσα και αμέσως μετά τον βλέπει να στέλνει τα χρήματα στην μητέρα και γυναίκα του και στα παιδιά του για να μπορέσουν να ζήσουν.

«Κι αυτός ο Ιούδας δεν είναι;» ψελλίζει η Πασχαλίτσα όταν τον βλέπει με τα 30 αργύρια στα χέρια, χρήματα που δέχτηκε για να παραδώσει τον Χριστό. Μέσα του υπολόγιζε ότι ο Χριστός θα ξέφευγε από τους Εβραίους όπως είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν κι εκείνος θα κράταγε την αμοιβή του.

Το βλέμμα της Πασχαλίτσας ταυτίζεται με την απόγνωση στο βλέμμα του Ιούδα την στιγμή που συνειδητοποιεί ότι τελικά ο Χριστός και πιάστηκε και καταδικάσθηκε σε θάνατο. Για μια ακόμα φορά, ντροπιασμένος και συντετριμμένος, προσπαθεί να δώσει πίσω τα χρήματα, αλλά οι Αρχιερείς αδιαφορούν. Μαθημένος όμως σε κόλπα σκαρφίστηκε ένα τελευταίο. Στην προσπάθεια του να ελαφρύνει τη θέση του, αποφάσισε να κρεμαστεί με σκοπό να προλάβει να κατέβει στον Άδη, να βρει τον Χριστό και να τον παρακαλέσει να τον συγχωρήσει.

Ένα δάκρυ που κύλησε από τα μάτια της πήρε μαζί του την εικόνα του κρεμασμένου Ιούδα και η Πασχαλίτσα έμεινε ήσυχη και εξαντλημένη να σκέφτεται όλα όσα είχε ζήσει. 

Στο δρόμο της επιστροφής ο Γέροντας την ρωτά:

«Είσαι καλά;»

Η Πασχαλίτσα δεν μίλησε καθόλου. Έφθασαν στη σπηλιά και πέσαν εξαντλημένοι και οι δύο κατευθείαν για ύπνο.

«Αχ, Θεέ μου, τί θα δούμε αύριο πάλι;» μονολόγησε η Πασχαλίτσα και αποκοιμήθηκε.

Συνεχίζεται…

Share this: