Ο Γέροντας και το ταξίδι της μικρής Πασχαλίτσας στη Μεγάλη Εβδομάδα

Τετέλεσται

Μόλις έκλεισε τα μάτια ο Γέροντας, τον πήρε κατευθείαν ο ύπνος. Η Πασχαλίτσα πέταξε μέσα στο εκκλησάκι εξερευνώντας το για λίγο. Η μοναδική πηγή φωτός ήταν τα καντηλάκια που έκαιγαν μπροστά σε κάθε εικόνα. Πέταξε προς τα κει και τις επεξεργάστηκε προσεκτικά, πήγε στο ψαλτήρι, στα βιβλία που διάβαζε ο υποτακτικός, πέρασε στο χώρο πίσω από τις εικόνες που καθόταν συνήθως ο παππούλης… Πήγε παντού… Ένιωθε πολύ περίεργα, σαν όλο αυτό να είναι δικό της. Ένιωθε στην καρδούλα της αυτή την περίεργη ζέστη και μία απίστευτη γαλήνη…

«Πρέπει να πάω να κοιμηθώ. Αύριο, είπε ο Γέροντας ότι θα είναι ακόμα πιο δύσκολα», σκέφτηκε και πέταξε προς το μέρος που κοιμόταν. Πλησιάζοντας, παρατήρησε ότι πίσω από τον τοίχο που στέκονταν συνήθως, υπήρχε μια πολύ μεγάλη εικόνα που δεν είχε προσέξει ποτέ.

«Τόσες μέρες ερχόμαστε εδώ, πώς είναι δυνατόν να μην την πρόσεξα ενώ είναι τόσο μεγάλη;» σκέφτηκε.

Πήγε μπροστά της και την παρατηρούσε με το στόμα ανοικτό. Στην εικόνα ήταν ζωγραφισμένος ένας άνθρωπος μεγάλος σε ηλικία, που έμοιαζε πολύ… πολύ όμως … με τον δικό της Γέροντα… Πώς ήταν δυνατόν;

Κοιτούσε μία το πρόσωπο του δικού της Γέροντα που κοιμόταν δίπλα της και μία το πρόσωπο του Γέροντα που ήταν ζωγραφισμένο στην εικόνα… Ήταν το ίδιο πρόσωπο… «Μα πώς γίνεται αυτό;» σκέφτηκε.

Ξαφνικά η εικόνα άρχισε να θολώνει και ένιωσε μια δύναμη να την τραβάει προς το μέρος της και να την παρασύρει,  ήταν σαν να έμπαινε μέσα στην εικόνα, να στροβιλίζεται, και να ταξιδεύει με υπερβολική ταχύτητα. Κι όμως, δεν φοβήθηκε καθόλου. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε. Όταν ο στροβιλισμός σταμάτησε, άρχισε να νιώθει ένα κρύο αεράκι να χαϊδεύει το πρόσωπο της και να ακούει γύρω της βήματα από πολλούς ανθρώπους και πολλές φωνές που μιλούσαν χαμηλόφωνα. Άνοιξε δειλά-δειλά τα μάτια της, και κατάλαβε ότι βρισκόταν στην αγκαλιά του Γέροντα, ο οποίος ακολουθούσε τους ανθρώπους που είχαν συλλάβει τον Χριστό. «Μα πού τον πηγαίνουν;» αναρωτήθηκε.

–  «Πού ήσουν; Σε έχασα…» λέει ο Γέροντας.

«Δεν ξέρω..» ψελλίζει η Πασχαλίτσα πολύ μπερδεμένη, μη ξέροντας ποιο από αυτά που ζούσε ήταν πραγματικό και ποιο όχι.

Τη μια στιγμή είναι στο εκκλησάκι με τον Γέροντα να κοιμάται πάνω σε μία κουβέρτα στο πάτωμα και αυτή να κοιτάει την μεγάλη εικόνα… Και την άλλη στιγμή είναι αγκαλιά στο Γέροντα και περπατάνε πίσω από τους ανθρώπους που έχουν πιάσει τον Χριστό…

Και τα δύο είναι πολύ αληθινά και τις δύο καταστάσεις τις νιώθει με όλες τις αισθήσεις της… Ποιο από τα δύο είναι η πραγματικότητα και που βρίσκεται; Εδώ ή εκεί;

«Μην προσδιορίζεσαι ούτε από τον τόπο, ούτε από τον χρόνο… μην απασχολείς το μυαλουδάκι σου με πράγματα που δεν έχουν καμία σημασία», της λέει ο Γέροντας… «Φτάσαμε.»

Κοιτάζει και βλέπει κόσμο να μπαίνει στην αυλή ενός πολύ μεγάλου σπιτιού. Ο Γέροντας σκύβει και ψιθυρίζει στο αυτί της:

«Όσο έλειπες, οδήγησαν αρχικά τον Ιησού στο σπίτι του Άννα, του Αρχιερέα. Αυτός, περισσότερο για το τυπικό της υπόθεσης, τον ρώτησε σχετικά με τους μαθητές Του και τη διδασκαλία Του. Ο Ιησούς όμως, αντί να του απαντήσει, τον παρέπεμψε σ’ αυτούς που είχαν ακούσει τις διδασκαλίες του γιατί τίποτα δεν είχε πει στα κρυφά, αφού μιλούσε μόνο σε ναούς και σε χώρους όπου συγκεντρωνόταν ο κόσμος εκείνη την εποχή για να προσευχηθεί. Ο Άννας, που δεν ήθελε να αναλάβει καμία ευθύνη, στηρίχτηκε στην άρνησή του να απαντήσει και τους έστειλε στον γαμπρό του τον Καϊάφα, ο οποίος ήταν ο Αρχιερέας εκείνης της χρονιάς.»

«Δηλαδή τώρα είμαστε στο μέγαρο του Καϊάφα του Αρχιερέα;» ρωτάει η Πασχαλίτσα

«Ναι» της απαντάει ο Γέροντας μ’ ένα χαμόγελο για τη λέξη “μέγαρο” που χρησιμοποίησε.

Οι περισσότεροι που συνοδεύουν την πομπή με τον Χριστό κάθισαν στην αυλή του μεγάρου. Ανάμεσα στον κόσμο, η Πασχαλίτσα διακρίνει και τρεις από τους μαθητές του Χριστού, τον Ιωάννη, τον Μάρκο και τον Πέτρο.

«Πώς μπήκαν μέσα στην αυλή οι μαθητές Του;» ρωτάει η Πασχαλίτσα όλο απορία.

«Ο Ιωάννης είναι γνωστός σε όλους τους Αρχιερείς κι ειδικά στον Καϊάφα, έτσι αυτός μπήκε ελεύθερα και ζήτησε να βάλουν και τους άλλους μέσα.»

«Μα ο Ιωάννης είναι μαθητής του Χριστού. Ήταν και με τον Καϊάφα;» ρωτάει η Πασχαλίτσα με απορία.

«Όχι… μαθητής του Χριστού είναι. Απλά ο πατέρας του ο Ζεβεδαίος είχε ένα πολύ μεγάλο σπίτι δίπλα στο ιερό. Αυτό το σπίτι το χώρισε στη μέση και στο ένα, που έφαγε χθες ο Χριστός με τους μαθητές Του, έμενε αυτός με την οικογένεια του ενώ το άλλο το δώρισε στους Αρχιερείς για να μένει εκεί ο εκάστοτε Αρχιερέας της χρονιάς.»

Μπαίνουν μέσα στο κτήριο ακολουθώντας τους οπλισμένους άντρες που κρατούν τον Χριστό, τους Αρχιερείς και τους πρεσβύτερους. Μια ανησυχία την κυριεύει ξαφνικά, ένας φόβος και κοιτάει συνεχώς γύρω της.

–       «Μην φοβάσαι… δεν μας βλέπουν», την καθησυχάζει ο Γέροντας. Μα εκείνη ούτε κατάλαβε τι ακριβώς της είπε, ούτε έδωσε και ιδιαίτερη σημασία.

Βρίσκονται σ’ ένα πολύ μεγάλο δωμάτιο γεμάτο Αρχιερείς, πρεσβύτερους και άλλους μεγάλους σε ηλικία ανθρώπους. Ο Χριστός είναι δεμένος στο κέντρο της αίθουσας και φαίνεται να περνάει από δίκη. Κάθε τόσο πλησιάζει κάποιος στο κέντρο της αίθουσας, απαντάει σε μερικές ερωτήσεις που κάνει ο Καϊάφας και φεύγει.

«Ψάχνουν για ψευδομάρτυρες… Βλέπεις, χρειάζεται κάπως να στηρίξουν τις κατηγορίες που θα οδηγήσουν τον Ιησού στον θάνατο», λέει ο Γέροντας.

Κάποια στιγμή, έρχονται δύο άνθρωποι στο κέντρο της αίθουσας και λένε, δείχνοντας τον Χριστό, πως είχε πει: «Εγώ μπορώ να γκρεμίσω τον ναό του Θεού και σε τρεις μέρες να τον ξαναχτίσω.»

Ο Καϊάφας πετάγεται από την θέση του και φωνάζει προς τον Χριστό:

«Σ΄ ορκίζω στο όνομα του Θεού, ο οποίος ζει και υπάρχει και τιμωρεί αυτούς που δεν κρατούν τους όρκους τους… Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού;»

Και ο Χριστός απαντά με ηρεμία:

– «Εσύ είπες ότι Εγώ Είμαι ο Υιός του Θεού. Εγώ σου λέω ότι από τώρα θα δείτε τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Θεού και να έρχεται πάνω στα σύννεφα του ουρανού.»

Ο Καϊάφας σκίζει τα ρούχα του αγανακτισμένος και αρχίζει να ουρλιάζει:

«Τί να την κάνουμε την οποιαδήποτε μαρτυρία; Τον ακούσατε όλοι σας πόσο μεγάλη βλασφημία ξεστόμισε! Τί γνώμη έχετε λοιπόν γι’ αυτόν;»

Τότε όλοι όσοι βρίσκονται εκεί, με ένα στόμα φωνάζουν: «Ένοχος! Ένοχος για έγκλημα που τιμωρείται με θάνατο!»

Κόμπος δέθηκε το στομάχι της Πασχαλίτσας. Μπορεί ο Γέροντας στις συζητήσεις τους να της είχε μιλήσει για τον Χριστό και για όλα όσα έγιναν, αλλά είναι τελείως διαφορετικό να τα ακούς και τελείως διαφορετικό να τα βλέπεις και να τα βιώνεις.

«Πού πάνε τον Χριστό;» ρωτάει η Πασχαλίτσα τον Γέροντα.

– «Τον πηγαίνουν σ’ άλλο χώρο, για να μείνουν μόνοι τους οι Αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και να συζητήσουν ποιος θα είναι ο σίγουρος τρόπος για να σκοτώσουν τον Χριστό, αποφεύγοντας τον ξεσηκωμό του κόσμου.»

Στο άκουσμα της λέξης “σκοτώσουν”, η Πασχαλίτσα κλείνει σφιχτά τα μάτια της. Όταν τα ανοίγει, βλέπει τον Χριστό να κάθετε δεμένος σε ένα σκαμνάκι και διάφοροι γύρω του να τον φτύνουν και να τον κοροϊδεύουν. Του βάζουν κι ένα μαύρο πανί πάνω στο κεφάλι, τον χτυπούν με καλάμια και του ζητάνε να τους πει ποιος από όλους τον χτύπησε… Η Πασχαλίτσα κλείνει τα μάτια της, μα ακόμα νιώθει κάθε χτύπημα που ακούγεται, σαν να το δέχεται η ίδια στο κορμί της.

Όταν ανοίγει τα μάτια της, βρίσκονται πάλι μπροστά στους Αρχιερείς και τους  πρεσβύτερους και ακούει την απόφαση τους:

– «Εμείς δεν έχουμε το δικαίωμα να τον καταδικάσουμε σε θάνατο. Αυτό το δικαίωμα το έχει μόνο ο διοικητής των Ρωμαίων. Το πρωί θα τον οδηγήσουμε σε εκείνον.»

Με ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών της, η Πασχαλίτσας βρίσκεται έξω στην αυλή, αυτή την φορά πάνω στον ώμο του Πέτρου, ο οποίος κάθεται πάνω από μία φωτιά που είχαν ανάψει κάποιοι για να ζεσταθούν. Μία γυναίκα, μικρή σε ηλικία, τον πλησιάζει και του λέει με δυνατή φωνή:

«Κι εσύ είσαι μαζί με τον Ιησού τον Γαλιλαίο!» και τα μάτια όλων γυρίζουν προς αυτόν. Ο Πέτρος τότε, ασπρίζει από τον φόβο του και της λέει αυστηρά:

«Δεν ξέρω τι λες…». Κι έπειτα γυρίζει και φεύγει από το σημείο εκείνο.

Βγαίνοντας έξω από την πόρτα, μια άλλη γυναίκα λέει σ’ όλους όσους βρίσκονται γύρω της:

«Κι αυτός ήταν μαζί με τον Ιησού τον Ναζωραίο!» και ο Πέτρος, με όρκο, φωνάζει:

«Δεν γνωρίζω αυτόν τον άνθρωπο!»

Η Πασχαλίτσα τώρα ακούει την καρδιά του Πέτρου που χτυπάει πολύ δυνατά από τον φόβο του… Δεν περνάει πολύ ώρα και μερικοί άνδρες περικυκλώνουν τον Πέτρο και του λένε:

«Όντως, δίκιο έχουν. Κι εσύ είσαι ένας από αυτούς. Φαίνεται άλλωστε και από την προφορά σου»… Αυτό ήταν. Ο Πέτρος τα χάνει και αρχίζει να ουρλιάζει και να ορκίζεται… «ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΔΕΝ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΖΩ …».

… Κι εκείνη τη στιγμή, ένας κόκορας λάλησε τρεις φορές. Ο Πέτρος παγώνει… Θυμάται… Βγαίνει τρέχοντας στο δρόμο, πέφτει κάτω και κλαίει έχοντας μεγάλο πόνο στην καρδιά του. Θυμάται κι η Πασχαλίτσα… ο Χριστός του το είχε πει πως πριν ο κόκορας λαλήσει τρεις φορές, θα τον έχει απαρνηθεί τρεις φορές. Τον λυπάται και τα βάζει με τον εαυτό της που είχε νευριάσει τόσο πολύ με τον Πέτρο όταν μιλούσε με τον Χριστό την προηγούμενη μέρα. Γιατί σήμερα που ένιωσε από κοντά τον μεγάλο φόβο στην καρδιά του, που παρέλυσε το σώμα του και θόλωσε το μυαλό του, οδηγώντας τον στην αντίδραση αυτή… κατάλαβε για πρώτη φορά την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης. Κι όλο αυτό την οδήγησε στο να πάρει μία πολύ σημαντική απόφαση. Από αυτή τη στιγμή και μετά, για όσο ζει, ποτέ μα ποτέ και για κανένα λόγο δεν θα κρίνει κάποιον, ούτε καν τον ίδιο της τον εαυτό. Ένα δάκρυ κυλάει από τα μάτια της. Τα κλείνει και ζητάει από τον Θεό να την συγχωρήσει…

Όταν ξανανοίγει τα μάτια της βρίσκεται μέσα σ’ ένα ναό, πάνω σε μία κολώνα. Στο βάθος κάθονται οι Αρχιερείς και Πρεσβύτεροι και συζητούν για την μετάβαση του Χριστού στον Πιλάτο. Ανοίγει ξαφνικά η πόρτα και μπαίνει ο Ιούδας αναστατωμένος. Πηγαίνει μπροστά τους, πετάει τα χρήματα πάνω στο τραπέζι και φωνάζει:

«Ήμαρτον, σας παρέδωσα το αίμα ενός αθώου ανθρώπου.»

Αυτοί τον κοιτούν με απάθεια και του λένε:

«Κι εμάς τι μας ενδιαφέρει; Εμείς δεν έχουμε καμία ευθύνη. Εσύ θα λογοδοτήσεις για αυτή σου την πράξη.»

Ο Ιούδας, κλαίγοντας, φεύγει τρέχοντας έξω από τον Ναό.

Μια απορία καρφώνεται στο μυαλό της Πασχαλίτσας. Βλέποντας και τον Ιούδα σ’ αυτή την κατάσταση γιατί δεν νιώθει όπως προηγουμένως με τον Πέτρο; Στην ουσία και οι δύο τον πρόδωσαν… και οι δύο μετανόησαν. Αλλά ενώ στην πρώτη περίπτωση ένιωσε βαθιά μέσα της την μετάνοια, σ’ αυτήν κάτι δεν πάει καλά.

Ξάφνου βρίσκεται σε ένα μέρος εντελώς ξερό. Το είχε ξαναδεί αυτό το μέρος… Είχε ξαναέρθει εδώ… Μόνο ένα δέντρο υπάρχει. Ένας άντρας το πλησιάζει τρικλίζοντας. Τον αναγνώρισε, είναι ο Ιούδας. Τον παρακολουθεί να βγάζει ένα σχοινί από το δισάκι του, κάνει μια θηλιά, την δένει στο δένδρο και κρεμιέται…

Τώρα θυμήθηκε… Τώρα ολοκληρώθηκε η εικόνα που είχε. Κλείνει τα μάτια και, σαν ταινία, περνάει από μπροστά της ολόκληρη η ζωή του Ιούδα. Από την ημέρα που γεννήθηκε ως και την ημέρα που πέθανε.   

Όταν τα ανοίγει, βρίσκεται και πάλι στην αγκαλιά του Γέροντα, αυτή τη φορά έξω από ένα παλάτι, μαζί με τους Αρχιερείς, τους πρεσβυτέρους, τους οπλισμένους άντρες και τον Χριστό δεμένο.

«Βρισκόμαστε έξω από το παλάτι του Ρωμαίου Διοικητή, του Πόντιου Πιλάτου», της λέει ο Γέροντας

«Και γιατί κάθονται στον δρόμο και δεν μπαίνουν μέσα;»

«Γιατί  στο παλάτι αυτό μένουν άνθρωποι οι οποίοι δεν πιστεύουν στο Θεό. Εάν μπουν μέσα θα θεωρούν τους εαυτούς τους μολυσμένους μετά και δεν θα μπορούν να φάνε σήμερα το βράδυ το δείπνο του Πάσχα.»

Βγαίνει ο Πιλάτος στην πόρτα και ρωτάει τους Αρχιερείς:

–       «Για ποιο λόγο μου Τον φέρατε Αυτόν εδώ; Για ποιο πράγμα Τον κατηγορείτε;»

–       «Είναι κακοποιός. Εάν δεν ήταν κακοποιός θα Τον φέρναμε σε εσάς;» πετάγεται ένας από τους αρχιερείς.

«Πάρτε Τον και δικάστε Τον σύμφωνα με τον δικό σας νόμο» λέει ο Πιλάτος και τους στέλνει πίσω στον Καϊάφα τον Αρχιερέα.

Όμως και ο Καϊάφας τους ξαναστέλνει πίσω στον Πιλάτο, ο οποίος βγαίνει πάλι στην πόρτα και τους ρωτά:

– «Τι θέλετε πάλι;» κι εκείνοι απαντούν:

– «Εμείς σεβόμαστε τους νόμους. Δεν έχουμε δικαίωμα να καταδικάσουμε κανέναν σε θάνατο

Ο Πιλάτος κάνει νόημα στον Χριστό να τον ακολουθήσει μέσα.

«Εσύ είσαι ο Βασιλιάς των Ιουδαίων;» τον ρωτάει.

«Μόνος σου το λες αυτό ή κάποιοι άλλοι το είπαν για μένα;» απαντά με ερώτηση ο Ιησούς.

«Εμένα δεν με ενδιαφέρει καν. Το δικό σου το έθνος και οι Αρχιερείς σε παρέδωσαν σε εμένα. Τι έκανες;»

«Η δική μου Βασιλεία δεν προέρχεται από αυτόν τον κόσμο. Εάν η Βασιλεία μου ήταν αυτού του κόσμου, τότε οι υπηρέτες και οι στρατιώτες μου θα αγωνίζονταν για μένα ώστε να μην πέσω στα χέρια των Ιουδαίων. Η δική μου Βασιλεία όμως δεν είναι από εδώ.»

«Άρα είσαι βασιλιάς;»

«Εσύ λες ότι είμαι βασιλιάς. Εγώ ήρθα σ’ αυτόν τον κόσμο για να φανερώσω και να διδάξω την αλήθεια. Κάθε άνθρωπος που αγαπά την αλήθεια, ακούει τη διδασκαλία μου.»

«Τι είναι αλήθεια;» σκέφτεται δυνατά ο Πιλάτος… Και χωρίς να περιμένει απάντηση, βγαίνει έξω στους Ιουδαίους και τους λέει:

«Εγώ δεν βρίσκω καμία αιτία για να τον καταδικάσω σε θάνατον.»

Το τοπίο αλλάζει και πάλι ξαφνικά. Η Πασχαλίτσα και ο Γέροντας βρίσκονται σ’ ένα μεγάλο σπίτι, όπου διασκεδάζουν πολλοί άνθρωποι. Ένας από αυτούς φαίνεται ότι έχει μεγάλη εξουσία.

«Αυτός είναι ο Ηρώδης», λέει ο Γέροντας

«Και τι σχέση έχει αυτός;» ρωτάει με απορία η Πασχαλίτσα.

«Ο Πιλάτος, που είχε καταλάβει ότι οι Ιουδαίοι ήθελαν τον θάνατο του Ιησού από ζήλεια, δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να αναλάβει την ευθύνη. Έτσι, όταν έμαθε ότι ο Ιησούς ήταν από την Γαλιλαία, αποφάσισε να τον στείλει στον Ηρώδη, εφόσον κανονικά ήταν στην δική του δικαιοδοσία και έτυχε εκείνη την περίοδο να βρίσκεται στα Ιεροσόλυμα.»

Ο Ηρώδης, όταν αντίκρυσε τον Ιησού χάρηκε. Είχε ακούσει πάρα πολλά πράγματα γι’ αυτόν, ειδικά ότι έκανε πολλά μαγικά.

«Για κάνε μου κανένα θαύμα.» του λέει.

Ο Ιησούς, φυσικά δεν έκανε τίποτα. Δεν μιλούσε καν σ’ ότι και να του έλεγε. Από την άλλη, οι Αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι που ήταν μαζί φώναζαν πολύ έντονα, εξαπολύοντας κατηγορίες εναντίον του. Ο Ηρώδης κουράστηκε να τους ακούει, οπότε λέει:

– «Ντύστε τον με ωραία και ακριβά ρούχα και στείλτε τον πίσω στον Πιλάτο να τον δικάσει αυτός.»

Η Πασχαλίτσα ανοιγοκλείνει τα μάτια και βρίσκεται πάλι έξω από το παλάτι του Πιλάτου, με τον γέροντα να την κρατάει αγκαλιά και κόσμο πολύ να φωνάζει.

Βγαίνει και πάλι ο Πιλάτος στην πόρτα και οι Αρχιερείς αρχίζουν να κατηγορούν τον Ιησού… «Διαστρέφει το Έθνος των Ιουδαίων…» φώναζαν … «Ονομάζει τον εαυτό του Βασιλιά…» κι ανάμεσα σε αυτές τις κατηγόριες, ο ευθυνόφοβος Πιλάτος ξεχώρισε μια που πολύ τον προβλημάτισε… «Εμποδίζει τους ανθρώπους να πληρώνουν φόρους στον Καίσαρα». Αυτό ήταν πρόβλημα.

Οι στρατιώτες φέρνουν για ακόμα μία φορά τον Ιησού μέσα στο παλάτι και ο Πιλάτος ρωτάει ξανά με έμφαση:

«Εσύ είσαι ο Βασιλιάς των Ιουδαίων;»

«Εσύ το λες αυτό…», απαντάει ο Ιησούς

«Καλά, δεν ακούς πόσες κατηγορίες λένε για σένα;» του φωνάζει ο Πιλάτος, χωρίς όμως να λάβει καμία απάντηση.

Κι έτσι ο Πιλάτος πηγαίνει σ’ ένα δωμάτιο μόνος του για να σκεφτεί πώς θα χειριστεί την κατάσταση. Εκεί, τον πλησιάζει ένας από τους αξιωματικούς του και του μεταφέρει ένα μήνυμα από την γυναίκα του:

«Μην τολμήσεις να σκοτώσεις αυτόν τον αθώο και δίκαιο άνθρωπο. Γιατί πολλά υπέφερα στο όνειρο μου γι’ Αυτόν.»

Κάθεται λίγο σκεφτικός και ξαφνικά του έρχεται μια ιδέα. Σηκώνεται από τη θέση του, βγαίνει έξω και λέει:

«Ξέρετε πολύ καλά ότι υπάρχει ένα έθιμο σε εσάς, να ελευθερώνω κατά την εορτή του Πάσχα έναν φυλακισμένο. Ας γίνει λοιπόν. Θέλετε να ελευθερώσω τον Βασιλιά των Ιουδαίων ή τον Βαραββά τον ληστή;»

– «Ο άλλος φυλακισμένος, ο Βαραββάς…» λέει ο Γέροντας στην Πασχαλίτσα, «…ήταν πολύ διάσημος ληστής εκείνη την εποχή, όχι τόσο για τις ληστείες του, όσο για τους φόνους του».

«Τον Βαραββά… τον Βαραββά να ελευθερώσεις!» φωνάζει όλος ο κόσμος που έχει ήδη πειστεί από τους Αρχιερείς.

Ο Πιλάτος ρωτά ξανά:

«Ποιόν από τους δύο θέλετε να ελευθερώσω, Τον Ιησού τον λεγόμενο Χριστό ή τον Βαραββά;»

«Τον Βαραββά» φωνάζουν πάλι με όλη τους τη δύναμη.

«Τον Ιησού, τον λεγόμενο Χριστό, τι να τον κάνω;» ρωτάει ο Πιλάτος.

«Σταύρωσέ τον!» ουρλιάζουν όλοι μαζί.

Ο Πιλάτος καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει ελπίδα να αλλάξουν γνώμη. Παίρνει νερό, πλένει συμβολικά τα χέρια του μπροστά τους και λέει:

«Είμαι αθώος από το αίμα αυτού του δίκαιου ανθρώπου, η ευθύνη πέφτει όλη επάνω σας.»

Και όλος ο κόσμος φωνάζει από κάτω:

«Το αίμα Του και η ευθύνη γι’ αυτό, ας πέσει επάνω σε μας και στα παιδιά μας.»

Έτσι, ο Πιλάτος αναγκάζεται να ελευθερώσει τον Βαραββά και δίνει διαταγή πρώτα να μαστιγώσουν τον Χριστό και μετά να τον παραδώσουν για να σταυρωθεί.

Η καρδιά της μικρής Πασχαλίτσας πονάει… Τα μάτια της κλείνουν και τσούζουν από τα πολλά δάκρυα.

Όταν μετά από αρκετή ώρα τα ανοίγει και μπορεί να δει καθαρά, καταλαβαίνει ότι βρίσκεται μέσα στην αυλή του παλατιού. Ο Χριστός κάθεται σε ένα κούτσουρο μέσα στη μέση και φοράει μία κόκκινη χλαμύδα ως Βασιλικό ένδυμα, ένα στεφάνι από αγκάθια στο κεφάλι ως στέμμα και κρατάει στο δεξί Του χέρι ένα καλάμι ως βασιλικό σκήπτρο. Εξαντλημένος από το πολύωρο μαστίγωμα, με μεγάλη δυσκολία στέκεται πάνω στο κούτσουρο. Γύρω Του υπάρχουν στρατιώτες πολλοί που είχαν πληρωθεί από τους Αρχιερείς για να τον κοροϊδεύουν, κάτι που ήταν συνηθισμένη πρακτική της εποχής. Άλλοι γονατίζουν μπροστά του δήθεν για να αποδώσουν τιμές στον Βασιλιά των Ιουδαίων, άλλοι τον φτύνουν, άλλοι τον χτυπούν, άλλοι τον βρίζουν. Ένας από αυτούς παίρνει το καλάμι που του είχαν βάλει στο δεξί του χέρι κι αρχίζει να τον χτυπά μ’ αυτό στο κεφάλι. Κάποια στιγμή, βαρέθηκαν να παίζουν μαζί του, τον ντύνουν και πάλι με τα δικά του ρούχα και τον παραδίδουν για να σταυρωθεί.

–       «Πάμε», της λέει ο γέροντας με τα μάτια δακρυσμένα. «Θα Τον ακολουθήσουμε σ’ όλη Του την πορεία. Η Σταύρωση, θα γίνει σ’ ένα λόφο έξω από την πόλη, στον Γολγοθά. Ο Χριστός θα πρέπει να κουβαλήσει τον Σταυρό Του μέχρι εκεί…»

Ο Γέροντας και η Πασχαλίτσα περπατούν δίπλα στον Χριστό που κουβαλάει με πολλή δυσκολία τον μεγάλο και βαρύ Σταυρό Του. Οι στρατιώτες του φωνάζουν να περπατήσει πιο γρήγορα, αλλά Αυτός είναι ήδη πολύ εξαντλημένος σωματικά από το πολύ μαστίγωμα και με δυσκολία περπατάει. Σε μία ανηφορική στροφή του δρόμου παραπατάει, πέφτει κι ο Σταυρός Τον καταπλακώνει. Η Πασχαλίτσα, ασυναίσθητα πετάει, πηγαίνει κάτω από τον Σταυρό και προσπαθεί να τον σηκώσει. Οι στρατιώτες τότε βάζουν έναν άνδρα που βρέθηκε εκεί δίπλα στον Σταυρό να τον σηκώσει. Κάποιοι λένε ότι αυτός ο άνδρας είναι ο Σίμωνας ο Κυρηναίος… Μπορεί, ποιος ξέρει; Ίσως για να το λένε να είναι έτσι… Η Μικρή μας η Πασχαλίτσα πετάει μπροστά από το πρόσωπο του Χριστού και προσπαθεί κουνώντας όσο πιο γρήγορα μπορεί τα μικρά φτερά της να Τον δροσίσει έστω για λίγο. Τα δάκρυα της τρέχουν ποτάμι πέφτοντας πάνω στο σώμα Του, ξεπλένοντας το αίμα από τις πληγές του.

Και να που μετά από αυτή την Πορεία που έμοιαζε ατέλειωτη, φτάσανε στον Γολγοθά, έναν λόφο που δεν είχε καθόλου βλάστηση. Εκείνος ο άντρας αφήνει κάτω τον Σταυρό, τον φιλάει και απομακρύνεται από το σημείο, αφού οι στρατιώτες δεν αφήνουν κανέναν να βρίσκεται κοντά. Φεύγει κι η Πασχαλίτσα βιαστικά μην την καταπλακώσουν οι στρατιώτες. Ψάχνει με το βλέμμα της να βρει τον Γέροντα, αλλά δεν τον βλέπει πουθενά. Εντοπίζει τουλάχιστον τον άντρα που κουβαλούσε τον Σταυρό, ο οποίος κάθεται μαζί με τρεις γυναίκες και τον Ιωάννη, τον μαθητή του Χριστού. Σκέφτεται ότι εκεί θα είναι ασφαλείς κι έτσι πετάει και κάθεται πάνω στον ώμο του άντρα. Αυτός δεν δείχνει να ενοχλείται. Οι γυναίκες δίπλα του κλαίνε με σπαραγμό. Μία όμως, αυτή που κρατάει στην αγκαλιά του ο Ιωάννης, δεν κλαίει… Μόνο έχει ένα βλέμμα σαν να μην υπάρχει ζωή μέσα της.

«Αυτή είναι η Μητέρα του Χριστού… Η Παναγία μας…», της λέει ο Γέροντας.

Η Πασχαλίτσα ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι είναι καθισμένη πάνω στον ώμο του.

«Βλέπεις, υπάρχουν τρεις σταυροί.» συνεχίζει ο γέροντας.

«Στη μέση είναι ο Χριστός» παρατηρεί η Πασχαλίτσα. «Ποιοι είναι δεξιά και αριστερά;»

«Είναι δύο ληστές», της απαντά ο Γέροντας και σαν να διάβαζε τη σκέψη της, λέει… «Πήγαινε…»

Η Πασχαλίτσα πετάει και κάθεται απαλά πάνω στον ώμο του Χριστού. Δεν ήθελε να τον αφήσει μόνο Του. Ο Χριστός γυρίζει, την κοιτάζει στα μάτια… και μετά σηκώνει το βλέμμα Του προς τον ουρανό και λέει:

«Πατέρα μου… Συγχώρεσέ τους, δεν ξέρουν τι κάνουν…»

Η Πασχαλίτσα κοιτάζει τους στρατιώτες που στέκονται κάτω από το Σταυρό. Μοιράζουν τα ρούχα Του και βάζουν κλήρο για τον Χιτώνα Του, άραφος από πάνω μέχρι κάτω, αξίζει πολλά…  

Ακούει, τους Αρχιερείς να κοροϊδεύουν και γελούν:

«Κοιτάξτε! Αυτός είναι που θα γκρέμιζε τον Ναό του Θεού και σε τρεις μέρες θα τον ξαναέχτιζε! Εάν είσαι ο Υιός του Θεού, σώσε τον εαυτό σου και κατέβα από τον Σταυρό κι εμείς θα πιστέψουμε σε σένα.»

Άλλοι φωνάζουν ειρωνικά:

–       «Άλλους έσωσε… Τον εαυτό Του δεν μπορεί να τον σώσει; Ας τον σώσει ο Θεός εάν είναι δικός Του Υιός. Αυτός έλεγε ότι είναι ο Υιός του Θεού…»

Ο ένας ληστής γυρνάει στον Χριστό και του λέει:

«Εάν είσαι ο Χριστός, σώσε τον εαυτό σου.. σώσε κι εμάς…»  

Από την αντίθετη μεριά ακούγεται ο άλλος ληστής που του φωνάζει:

«Δεν φοβάσαι τον Θεό; Για την ίδια αιτία είμαστε καταδικασμένοι Αυτός κι εμείς; Εμείς δίκαια τιμωρούμαστε για όσα κακουργήματα κάναμε, αυτός όμως δεν έκανε κανένα κακό»! Γυρίζει το κεφάλι του προς τον Ιησού και λέει:

«Κύριε, θυμήσου με, όταν έρθεις εν τη Βασιλεία σου.»

«Σήμερα, αλήθεια σου λέω, θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο…» απαντάει ο Χριστός.

Το ίδιο συναίσθημα που είχε νιώσει τότε με τον Πέτρο που έκλαιγε κυρίεψε την Πασχαλίτσα μόλις άκουσε τα λόγια του δεύτερου ληστή. Το βλέμμα της τώρα ταξιδεύει αργά πάνω στη Μητέρα του Χριστού, στον Ιωάννη τον μαθητή Του και στις άλλες δύο γυναίκες που πλησιάζουν τον Σταυρό. Η Μητέρα του όσο πλησιάζει, τόσο περισσότερο κλαίει… Νόμιζε ότι είχαν στερέψει τα δάκρυα της, όμως έκανε λάθος… Δεν μπορεί να διανοηθεί ότι το παιδί της πονά τόσο, δεν μπορεί να διανοηθεί ότι το παιδί της πεθαίνει, ούτε πως όλα αυτά γίνονται μπροστά στα μάτια της. Ναι, ήξερε από την αρχή ότι κάποια στιγμή αυτό θα γινόταν, αλλά ως μάνα, ανθρώπινα, δεν το χωράει ο νους της, δεν θέλει και δεν μπορεί να το πιστέψει.

Η Παναγία που βρίσκεται τώρα δίπλα στον Σταυρό, στέκεται ακριβώς από κάτω τους. Η Πασχαλίτσα παλεύει μέσα από τα δάκρυα της να την κοιτάξει στα μάτια. Νιώθει την ανάσα του Χριστού όταν κι εκείνος, κοιτώντας την μητέρα του μέσα στα πονεμένα μάτια της, λέει με νόημα:

«Μητέρα, να… αυτός είναι ο γιός σου από εδώ και μπρος.»

«Να η μητέρα σου…» λέει και στον αγαπημένο Του μαθητή που την στήριζε στην αγκαλιά του. Αυτά ειπώθηκαν και έγινε το θέλημα Του. Ο Ιωάννης πήρε την μητέρα του Ιησού στο σπίτι του. Στο σπίτι εκείνο που γιός της έφαγε για τελευταία φορά με τους μαθητές Του.

Μεσημέρι πια. Ο ήλιος, όμως, χάνεται από τον ουρανό μέχρι τις τρεις το απόγευμα. Η Πασχαλίτσα που δεν έχει φύγει λεπτό από τον ώμο του Ιησού, νιώθει ότι τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις Του. Ξαφνικά, τον νιώθει να σηκώνει το ματωμένο από τα αγκάθια κεφάλι του και να φωνάζει με όση δύναμη του έχει απομείνει:

«Θεέ μου! Θεέ μου! Γιατί με εγκαταλείπεις;»

Μετά γυρίζει προς τους στρατιώτες και τους Αρχιερείς και τους λέει «Διψώ».

Ένας στρατιώτης δένει σε ένα καλάμι ένα σφουγγάρι, το βουτάει μέσα σ’ ένα μείγμα από χολή και ξύδι και του το βάζει στο στόμα. Ο Χριστός νιώθει την πίκρα από το υγρό και αρνείται να πιει.

Γέρνει το κεφάλι Του προς την Πασχαλίτσα, της ψιθυρίζει κάτι στο μικροσκοπικό της αυτάκι, σηκώνει το κεφάλι Του προς τον ουρανό, και χρησιμοποιώντας όση δύναμη του έχει απομείνει, φωνάζει:

«Πατέρα… Στα χέρια σου παραδίδω το πνεύμα μου…»

Κατεβάζει αργά το κεφάλι Του, κοιτάζει τα δακρυσμένα μάτια της Πασχαλίτσας για μια τελευταία φορά και λέει:

«Τετέλεσται…»

Το κεφάλι του γέρνει και η Πασχαλίτσα νιώθει την τελευταία Του πνοή να βγαίνει βαριά. Τετέλεσται…

Σεισμός μεγάλος στο λεπτό… Το Καταπέτασμα του Ναού σκίζεται από πάνω μέχρι κάτω, οι πέτρες σκίζονται, τα μνημεία ανοίγουν…

Ο Ρωμαίος εκατόνταρχος που είναι εκεί, φωνάζει:

«Αληθινά, αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Υιός του Θεού!»

Το ίδιο λένε τώρα κι όλοι όσοι βρίσκονται εκεί.

Η Πασχαλίτσα στέκεται εκεί ακίνητη, κολλημένη πάνω στον δεξιό ώμο του άψυχου σώματος. Τα μάτια της τρέχουν δάκρυα κι η καρδιά της έχει γίνει χίλια κομμάτια… Δεν έχει σκοπό να φύγει από πάνω Του μέχρι να κατεβάσουν το σώμα Του από τον Σταυρό. Θα μείνει εδώ όσο χρειαστεί να του κρατάει συντροφιά και να του τραγουδάει, γιατί… τώρα ξέρει το μεγάλο μυστικό… 

Συνεχίζεται…

Share this: