Ο Γέροντας και το ταξίδι της μικρής Πασχαλίτσας στη Μεγάλη Εβδομάδα

Ο Αποχαιρετισμός

Είναι μεσάνυχτα και ο ύπνος της μικρής Πασχαλίτσας διακόπτεται απότομα από τη γη που σείεται ολόκληρη. Τρομαγμένη κοιτάζει γύρω της και βλέπει τον Γέροντα να της χαμογελάει κρατώντας την στο χέρι του.

«Ήρθε η ώρα», της λέει.

«Ποια ώρα»; τον ρωτάει τρομαγμένη, κοιτώντας τον μέσα στα μάτια.

Δεν προλαβαίνει να τελειώσει τη φράση της και ένας πολύ δυνατός θόρυβος ακούγεται από πίσω τους. Γυρνάει το κεφαλάκι της και βλέπει έναν άγγελο να μετακινεί την μεγάλη πέτρα που σφράγιζε τον τάφο του Ιησού και τους στρατιώτες που τον φύλαγαν, πενήντα από τη μία μεριά και πενήντα από την άλλη, να τρέχουν πανικόβλητοι.

Ένα εκτυφλωτικό φως την αναγκάζει να κλείσει τα μάτια της. Όταν λίγα λεπτά αργότερα καταφέρνει να τα ανοίξει, βλέπει από τα δεξιά της κάποιες γυναίκες να πλησιάζουν δειλά-δειλά τον τάφο.

«Αυτές είναι οι μυροφόρες…», λέει ο Γέροντας «…και τώρα που οι στρατιώτες έφυγαν τρέχοντας από τον φόβο τους, είναι η ευκαιρία τους να αλείψουν με μύρα το σώμα του Ιησού.»

«Κι αυτή που πάει να μπει μέσα στον τάφο ποια είναι»; ρωτάει με περιέργεια η Πασχαλίτσα. «Οι υπόλοιπες κοντοστέκονται, φοβούνται μάλλον, αυτή όμως κοίτα, μπαίνει μέσα. Ποια είναι;».

«Αυτή είναι η Μαρία η Μαγδαληνή», της απαντάει ο Γέροντας.

«Θα πάω κι εγώ μαζί της», λέει και πετάει μέχρι τον δεξιό της ώμο χωρίς να περιμένει την συγκατάθεση του Γέροντα.

Μπαίνοντας μέσα στον τάφο, βλέπουν ένα Άγγελο να κάθεται εκεί που θα έπρεπε να είναι το σώμα του Ιησού.

Η Μαρία η Μαγδαληνή πέφτει αμέσως στο χώμα και κλαίει. Ίσα που πρόλαβε να γαντζωθεί στον ώμο της για να μην πέσει η Πασχαλίτσα. Μια αγγελική φωνή τις έκανε να ανασηκώσουν το βλέμμα τους. Δύο Άγγελοι στέκονται μπροστά τους και ο ένας λέει:

«Γυναίκα γιατί κλαις; Ποιον ψάχνεις; Ποιον ζητάς; Τον Ιησού τον Ναζωραίο; Αναστήθηκε δεν είναι πια εδώ. Κοίτα τον χώρο που τον είχαν θάψει…. είναι άδειος».

Με μιας σηκώνεται η Μαρία και αρχίζει να τρέχει. Βγαίνοντας από τον τάφο, βλέπει την Μητέρα του Ιησού να κάθεται αποσβολωμένη στην είσοδο και της λέει:

«Έλα, πάμε γρήγορα! Πάμε να το πούμε στους μαθητές Του!» και πιάνοντας την από το χέρι αρχίζουν να τρέχουν. Πριν προλάβουν καν να βγουν έξω από τον κήπο, βλέπουν να στέκεται μπροστά τους ο Ιησούς.

«Χαίρετε», τους λέει και η Μαρία η Μαγδαληνή από την πολλή χαρά της που τον είδε μπροστά της πέφτει στα γόνατα και προσπαθεί να του φιλήσει τα πόδια. Μα ο Χριστός της λέει:

«Μαρία μη με αγγίζεις. Ακόμα δεν ανέβηκα προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας, προς τον Θεό μου και Θεό σας. Πηγαίνετε όμως και πείτε στους μαθητές μου, και ιδιαίτερα στον Πέτρο, ότι θα με συναντήσουν στη Γαλιλαία. Θα είμαι εκεί πριν από αυτούς. Εκεί θα με δείτε.»

Η Πασχαλίτσα, θαμπωμένη ακόμα από τη σκηνή που εξελίχθηκε μπροστά της, ούτε που κατάλαβε πως βρέθηκε και πάλι στο χέρι του Γέροντα έξω από τον τάφο. Μέχρι να ξημερώσει, πολλές γυναίκες επισκέφτηκαν τον άδειο πλέον τάφο. Από τους μαθητές του Ιησού είδε μόνο τον Πέτρο και τον Ιωάννη, με τον Ιωάννη να κοντοστέκεται πριν να διαβεί την είσοδο, ενώ τον Πέτρο να ορμάει μέσα και να παίρνει στα χέρια του και να φιλάει το σεντόνι που ήταν τυλιγμένο το σώμα του Ιησού.

«Όταν έμαθαν οι Αρχιερείς, οι πρεσβύτεροι και οι Φαρισαίοι τι ακριβώς έγινε, πλήρωσαν τους στρατιώτες που φυλούσαν τον τάφο για να πουν ότι αποκοιμήθηκαν κι οι μαθητές του Χριστού βρήκαν ευκαιρία το βράδυ να κλέψουν το σώμα Του, ώστε να διαδώσουν ότι ο Χριστός Αναστήθηκε όπως είχε πει πολλές φορές στις ομιλίες του δημόσια», λέει ο Γέροντας.

«Και να υποθέσω ότι αυτό πιστεύουν οι Ιουδαίοι μέχρι και σήμερα», συμπληρώνει η Πασχαλίτσα.

«Πολύ σωστά», απαντά ο Γέροντας και σηκώνεται από τη θέση του, σαν το ταξίδι τους να έφτασε στο τέλος.

«Τι; Τελείωσε; Αυτό ήταν; Αυτή ήταν η έβδομη και τελευταία μέρα του ταξιδιού μας;», ρωτάει η πασχαλίτσα όλο απορία.

«Ε, ναι τελείωσε… Τι;… Θέλεις κι άλλο; Είδαμε και την Ανάσταση του Χριστού κι ολοκληρώθηκε για φέτος αυτό το ταξίδι.»

«Μα όλες αυτές τις μέρες, ταξιδεύαμε για να φτάσουμε σ’ αυτή ακριβώς τη μέρα. Τη μέρα που ο Χριστός θα αναστηθεί και θα νικήσει τον θάνατο. Τη μέρα που ξεκινάει η καινούργια ζωή. Μια ζωή χωρίς θάνατο. Τις προηγούμενες ημέρες ένιωσα πολύ περισσότερα πράγματα, βίωσα πολλές περισσότερες καταστάσεις και αυτή την τόσο σημαντική ημέρα, είδα μόνο αυτό;»

«Μα είδες ότι ο Χριστός όντως Αναστήθηκε. Τι άλλο θέλεις»;

Η Πασχαλίτσα σαφώς προβληματισμένη και λίγο απογοητευμένη, πετάει νευρικά δεξιά και αριστερά για αρκετή ώρα. Φυσικά και ήταν πολύ χαρούμενη με την Ανάσταση, ήταν πολύ γεμάτη από το όλο ταξίδι, αλλά για την τελευταία μέρα του ταξιδιού περίμενε κάτι παραπάνω, σκεπτόμενη ότι κάθε μέρα που περνούσε οι εμπειρίες που βίωνε ήταν και όλο πιο έντονες, άρα η τελευταία μέρα θα έπρεπε να είναι εντυπωσιακη…

«Εάν θέλεις, πριν επιστρέψουμε μπορείς να κάνεις μία βόλτα εδώ, μέσα στον κήπο ή να πας στο Γολγοθά  ή να κατέβεις  στα Ιεροσόλυμα ή στον κήπο της Γεσθημανής ώστε να επαναφέρεις την ανάμνηση των συναισθημάτων που σου προκάλεσαν τα γεγονότα που είδες στον κάθε τόπο. Θεωρώ ότι θα σε βοηθήσει».

«Καλά», λέει απρόθυμα η Πασχαλίτσα, «πάμε…».

«Μόνη σου θα πας. Είμαι πολύ κουρασμένος. Εγώ θα καθίσω εδώ μπροστά από τον τάφο Του, θέλω να προσευχηθώ λίγο ακόμη. Πήγαινε, θα σε περιμένω, απλά μην αργήσεις πολύ», της λέει ο Γέροντας και γονατίζει με το μέτωπο του να ακουμπάει στο χώμα.

Η Πασχαλίτσα αφήνει τον Γέροντα να προσευχηθεί με την ησυχία του κι αρχίζει να πετάει χαλαρά μέσα στον κήπο.

«Εντάξει, είμαι αχάριστη, βίωσα τόσο εκπληκτικά πράγματα, γνώρισα τον ίδιο τον Χριστό, με πήρε στα χέρια του, μου είπε το Μεγάλο Μυστικό, ήμουν επάνω του την ώρα που ξεψυχούσε πάνω στον Σταυρό, άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά την Παναγία να αποχαιρετά το παιδί της, έμαθα τόσα πολλά μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και δεν είμαι ικανοποιημένη;» σκέφτεται η Πασχαλίτσα και ξαφνικά νιώθει ντροπή για τον εαυτό της.

«Χριστέ μου… Συγχώρεσε με», φωνάζει δυνατά στρέφοντας τα μάτια της προς τον ουρανό.

Όταν χαμηλώνει το βλέμμα της, βλέπει ένα μέρος γεμάτο πανέμορφα λουλούδια, λίγο πριν την έξοδο του κήπου.

«Πω! Πω! Τί ωραία λουλούδια… Σίγουρα θα έχει αρκετό φαγητό εκεί» σκέφτεται, χωρίς να μπορεί καν να θυμηθεί από πότε έχει να φάει.

Οι προσδοκίες της επιβεβαιώνονται. Όντως έχει πολύ φαγητό γι’ αυτήν εκεί. Τρώει αργά, προσπαθώντας να νιώθει με όλες τις αισθήσεις της κάθε μπουκιά, όπως της είχε μάθει ο Γέροντας. Δεν ξέρει πόση ώρα πέρασε, όταν ακούει έναν θόρυβο. Σηκώνει το κεφάλι της και βλέπει σχεδόν δίπλα της έναν άντρα να φροντίζει τα λουλούδια.

«Μμμμμ ο κηπουρός θα είναι. Για να δούμε αυτός με ακούει; Με καταλαβαίνει; Εγώ τον ακούω, τον καταλαβαίνω ή τώρα που τελείωσε το ταξίδι, χάθηκε κι αυτή η δυνατότητα;» αναρωτιέται κι αμέσως πετάει κοντά του για να το διαπιστώσει.

«Καλημέρα», του λέει.

«Καλημέρα», της απαντά κι αυτός κοιτάζοντας την μέσα στα μάτια και χαμογελώντας της.

«Με ακούς; Με καταλαβαίνεις;» τον ρωτάει.

«Φυσικά… Τελείωσες το φαγητό σου ή σε διέκοψα»;

«Ναι… Ναι το τελείωσα… Έχετε πολύ ωραία λουλούδια στον κήπο σας. Είναι πανέμορφα.»

«Απλά τα αγαπάω πάρα πολύ και φροντίζω αυτό να τους το δείχνω με πράξεις», απαντά ο κηπουρός και συνεχίζει: «Δεν σε έχω ξαναδεί στα λουλούδια μου. Δεν είσαι από τα μέρη μας;»

«Όχι, δεν είμαι. Απλά κάναμε ένα ταξίδι μ’ έναν φίλο μου για να ζήσουμε από κοντά αυτά που έγιναν εδώ αυτές τις μέρες».

«Αυτά με τον Ιησού τον Ναζωραίο, που τον κυνηγούσαν οι Ιουδαίοι από φθόνο, που τον πιάσανε, που τον πήγαν στον Πιλάτο καταδικάζοντας τον σε σταυρικό θάνατο και αφού πέθανε και τον βάλανε μέσα σε τάφο λένε ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς»;  

«Ναι, αυτόν… Εσύ πώς ξέρεις ότι αναστήθηκε»;

«Τα νέα εδώ διαδίδονται πολύ γρήγορα. Μα τώρα σοβαρά… Τα πιστεύεις όλα αυτά»;

«Δεν τα πιστεύω απλά, μόνο και μόνο επειδή τα άκουσα… Τα έζησα μαζί του… Ήμουν εκεί… Τα είδα όλα».

«Τί είδες δηλαδή»;

«Τον είδα να μπαίνει στα Ιεροσόλυμα και να τον υποδέχονται σαν Βασιλιά. Τον είδα να λέει στους μαθητές Του παραβολές και να τους διδάσκει. Τον είδα να τρώει στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού στη Βηθανία και να συγχωρεί τις αμαρτίες μιας πολύ αμαρτωλής γυναίκας που του το ζήτησε με την καρδιά της. Τον είδα να πλένει τα πόδια των μαθητών του, να τρώει μαζί τους και να παραδίδει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Τον είδα να προσεύχεται στον κήπο της Γεσθημανής. Τον είδα να προδίδεται από έναν μαθητή του, τον Ιούδα, με ένα φιλί. Τον είδα να τον πιάνουν και να τον δικάζουν οι Αρχιερείς, οι πρεσβύτεροι και οι Φαρισαίοι. Τον είδα μπροστά στον Πόντιο Πιλάτο. Τον είδα να τον μαστιγώνουν, να τον χτυπούν, να τον κοροϊδεύουν, να τον φτύνουν. Τον είδα να κουβαλάει τον σταυρό του. Τον είδα να σταυρώνεται. Τον είδα να παραδίδει το πνεύμα του στον πατέρα του. Τον είδα να κατεβαίνει στον Άδη, να διαλύει τις πόρτες του θανάτου και να διδάσκει σ’ αυτούς που ήταν ήδη πεθαμένοι εδώ και πολλά χρόνια… μέχρι και τον Αδάμ με την Εύα βρήκε. Τον είδα να Ανασταίνεται από τον τάφο, να παρουσιάζεται στη μητέρα του και σε μία άλλη γυναίκα, στη Μαρία τη Μαγδαληνή και να τους λέει να πούνε στους μαθητές Του να πάνε στη Γαλιλαία και ότι εκεί θα τους περιμένει…. Τα είδα όλα με τα ίδια μου τα μάτια… Τα έζησα από κοντά… Όλα όσα έχεις ακούσει είναι αλήθεια…».

«Πραγματικά πιστεύεις ότι όλα αυτά που είδες, όλα αυτά που βίωσες ήταν αληθινά… κι ότι αυτός ήταν ο Χριστός»; Τη ρωτά κοιτάζοντας τη βαθιά μέσα στα μάτια. «Πόσο σίγουρη είσαι ότι όλα αυτά που λες ότι είδες, που λες ότι βίωσες, δεν ήταν απλά ένα παιχνίδι του μυαλού σου; Πώς είσαι τόσο σίγουρη ότι όλα αυτά δεν είναι κατασκεύασμα ενός ανθρώπου που αποφάσισε να παίξει με το αθώο μυαλουδάκι σου»;

«Μα όλο αυτό δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το μυαλό. Εάν και φορές το χρησιμοποίησα βοηθητικά. Έχει να κάνει καθαρά και μόνο με την καρδιά. Και πίστεψε με αυτή δεν κάνει ποτέ λάθος. Ένα από τα βασικότερα  πράγματα που συνειδητοποίησα σ’ όλο αυτό το ταξίδι είναι, ότι ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσεις ουσιαστικά με τον Χριστό, είναι με την καρδιά σου. Μια καρδιά γεμάτη αγάπη, χωρίς όρια και περιορισμούς, για τους πάντες και τα πάντα. Μια αγάπη που μεταμορφώνει ολόκληρη την ύπαρξη σου και εκδηλώνεται με πράξεις. Βέβαια, σε ένα σημείο έχεις κάποιο δίκαιο. Όντως, κάποιος άνθρωπος μου έδειξε τον δρόμο… Αλλά το αν θα τον ακολουθούσα ή όχι ήταν καθαρά δική μου επιλογή. Θα μπορούσα, βέβαια, να τα κάνω όλα αυτά και νοητικά. Να ακολουθήσω την όλη πορεία που μου έδειξε με το μυαλό μου. Αλλά είμαι σίγουρη ότι στην περίπτωση αυτή δεν θα βίωνα Χριστό, δεν θα βίωνα αυτό το ταξίδι. Όλα αυτά δεν σου τα λέω για να σε πείσω για κάτι. Το αν πιστεύεις ότι όλα αυτά είναι αλήθεια ή όχι είναι δική σου επιλογή. Αν προσπαθείς να βρεις λογικές εξηγήσεις σε κάτι το υπέρλογο, είναι καθαρά πρόβλημα σου. Εγώ είμαι μια μικρή και ασήμαντη Πασχαλίτσα που δεν προσπάθησε ποτέ της να ανακαλύψει τον Χριστό, απλά Αυτός αποκαλύφθηκε σε εκείνη».

Μόλις η μικρή μας Πασχαλίτσα ολοκληρώνει την απάντηση της, ο κηπουρός την κοιτάζει στα μάτια με ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη κι αρχίζει σιγά-σιγά να φωτίζεται… να φωτίζεται… να φωτίζεται όλο και περισσότερο, ώσπου γίνεται όλος φως. Όσο για την Πασχαλίτσα, είναι η πρώτη φορά που καταφέρνει να αντικρύσει αυτό το φως χωρίς να χρειαστεί να κλείσει τα μάτια της. Μετά από λίγο αυτό το φως αρχίζει να υποχωρεί ώσπου η μικρή μας Πασχαλίτσα συνειδητοποιεί ότι τόση ώρα δεν μιλούσε με έναν κηπουρό, αλλά με τον ίδιο τον Χριστό.

«Κύριε Σ’ ευχαριστώ για όλα… Σ΄ αγαπάω…» ψελλίζει η Πασχαλίτσα.

Ο Ιησούς την παίρνει στο χέρι Του, την πλησιάζει στο πρόσωπο του, της δίνει ένα φιλί πάνω στα μικρά της έλυτρα και της λέει:

«Τώρα είσαι έτοιμη… Μην ξεχάσεις το Μεγάλο Μυστικό που σου είπα την ώρα της Σταύρωσης. Το αν θα το μοιραστείς ή όχι, είναι καθαρά δική σου επιλογή… Πήγαινε… Καλώς όρισες στην πρώτη ημέρα της καινούργιας σου ζωής.»

Και ολοκληρώνοντας τη φράση του… εξαφανίζεται.        

Η Πασχαλίτσα αυτή τη στιγμή νιώθει τόσο μα τόσο γεμάτη. Μία αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης απλώνεται σ’ ολόκληρο το σωματάκι της. Με πολύ αργές κινήσεις πετάει προς την είσοδο του τάφου για να συναντήσει τον Γέροντα και να του περιγράψει όλα όσα έζησε. Αυτός φαίνεται ότι την περίμενε.

«Όλα καλά;» τη ρωτάει.

«Εκεί που έτρωγα…» κι αρχίζει να του περιγράφει όλα όσα συνέβησαν.

Ο Γέροντας την ακούει με πολύ προσοχή και μ’ ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του.

«Χαίρομαι πάρα πολύ για σένα», της λέει. «Τα κατάφερες. Βίωσες την κάθε στιγμή του ταξιδιού σου με όλο σου το είναι…»

«Ήταν το καλύτερο ταξίδι της ζωής μου, είδα και έζησα τόσα πράγματα, έμαθα τόσα πολλά… Το σημαντικότερο από όλα είναι ότι γνώρισα τον ίδιο τον Χριστό, αλλά το πιο περίεργο από όλα είναι αυτό που νιώθω…»

«Τι νιώθεις; Μπορείς να το περιγράψεις;»

«Νιώθω τόσο ελεύθερη κι απαλλαγμένη από όρια και περιορισμούς, ότι το κάθε κύτταρο του σώματος μου είναι ο ίδιος ο Χριστός.  Νιώθω την παρουσία του Χριστού σ’ οτιδήποτε κι αν κοιτάω, κάνω, ή σκέφτομαι.»

«Τέλεια! Απλά προσπάθησε όλο αυτό να το κρατήσεις στην καρδιά σου όσο περισσότερο μπορείς!»  

«Μα αυτό δεν γίνεται να φύγει… Θα είναι πάντα εκεί…»

«Αυτό θα είναι πάντα εκεί αλλά εσύ μπορεί να χάσεις την επαφή μαζί του.»

«Και πως θα την χάσω;»

«Στην καθημερινότητα μας χάνουμε την εστίαση μας από τα σημαντικά και τα ουσιαστικά και δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στα ανούσια και ασήμαντα που μας συμβαίνουν, χρησιμοποιώντας περισσότερο το μυαλό και αδιαφορώντας για την καρδιά… Αυτό συμβαίνει γιατί με το μυαλό μας συνηθίζουμε να φέρνουμε στο τώρα πότε το μέλλον και πότε το παρελθόν. Απασχολούμε δηλαδή το μυαλό μας με πολλά “θα”… Τι θα κάνουμε, πώς θα το κάνουμε, τι θα μας ξημερώσει αύριο ή με το τι κάναμε, πώς το κάναμε, τι μας έκαναν, τι μας είπαν, τι ζήσαμε… Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ανακατεύουμε το τώρα με το πριν και το μετά, γιατί όσο το μυαλό μας είναι απασχολημένο με όλες αυτές τις σκέψεις στο τώρα, μας συμβαίνουν πράγματα που έχουμε την τάση να τις θεωρούμε είτε αποτέλεσμα γεγονότων που μας συνέβησαν στο παρελθόν, είτε μέρος των δικών μας νοητικών σεναρίων για το μέλλον. Κι έτσι, η εστίαση μας σε μία κατάσταση ή σ’ ένα γεγονός που συμβαίνει τώρα, δεν αγγίζει καν τα ουσιαστικά, αλλά προσκολλάται στα ανούσια.»

«Α, τώρα κατάλαβα αυτό που μου είχες πει: «Καμία κατάσταση ή γεγονός δεν μπορεί να με επηρεάσει. Ο τρόπος που ερμηνεύω είτε την κατάσταση είτε το γεγονός είναι αυτό που με επηρεάζει.»

«Οπότε, από σένα και μόνο, εξαρτάται το πόσο καιρό θα κρατήσεις όλο αυτό στην καρδιά σου.»

Η Πασχαλίτσα είναι σίγουρη ότι όλο αυτό που νιώθει και επηρεάζει και τον τρόπο που βλέπει τα πάντα γύρω της θα το κρατήσει πολύ βαθιά μέσα στην καρδιά της για ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή της.

Ο Γέροντας της χαμογελάει, την παίρνει στο χέρι του, την πλησιάζει στο πρόσωπο του, της δίνει ένα φιλί στα μικρά της έλυτρα και της λέει:

«Θυμάσαι τι σου είχα πει μία ημέρα πριν με ακολουθήσεις στο ταξίδι αυτό;»

«Μπορεί… Είπαμε τόσα πολλά, αλλά θεωρώ ότι τα θυμάμαι όλα…»

«Σου είχα πει ότι μετά το τέλος του ταξιδιού αυτού θα επιστρέψω στο σπίτι μου… Και το ταξίδι μας τελείωσε…»

«Τί εννοείς; Θα φύγεις; Γιατί;»

«Την αποστολή μου εδώ την ολοκλήρωσα. Από εδώ και πέρα αναλαμβάνεις εσύ… Είσαι έτοιμη κι έχεις πολύ δουλειά να κάνεις.»

«Ναι, αλλά εγώ θέλω να είμαι δίπλα σου, θέλω να είμαστε μαζί και να συνεχίσω να μαθαίνω πράγματα…»

«Όλη η γνώση είναι διαθέσιμη σε σένα και τώρα ξέρεις και τον τρόπο που μπορείς να έχεις πρόσβαση σ’ αυτή. Να θυμάσαι ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ό,τι συμβαίνει γίνεται πάντα για κάποιο λόγο. Μάθε από αυτό κι απόλαυσε το… Νιώσε το με όλο σου το είναι χωρίς όρια και περιορισμούς και τότε θα καταλαβαίνεις γιατί παρουσιάστηκε μπροστά σου. Αλλά ο χρόνος μου τελειώνει… Πρέπει να σε αφήσω…»

«Γέροντα, να σε ρωτήσω κάτι τελευταίο…;» λέει στεναχωρημένα η Πασχαλίτσα.

«Σ’ ακούω…»

«Τόσο καιρό ήμαστε μαζί, ζήσαμε μαζί τόσες εκπληκτικές καταστάσεις και μόλις τώρα  συνειδητοποίησα ότι ποτέ δεν μου είπες το όνομα σου. Πώς σε λένε;»

«Παΐσιο…» λέει ο Γέροντας κι αρχίζει να απομακρύνεται με πολύ αργά βήματα.

«Θα ξανασυναντηθούμε;» φωνάζει η Πασχαλίτσα όσο πιο δυνατά μπορεί.

Ο Γέροντας Παΐσιος κοντοστέκεται, στρέφει αργά το σώμα του προς το μέρος της και χαμογελώντας σηκώνει το χέρι του, σχηματίζοντας στον αέρα το σημείο του σταυρού.

Ένα φως διακρίνει η Πασχαλίτσα στο στήθος του Γέροντα, στο μέρος της καρδιάς του… Και το φως δυναμώνει συνεχώς και τώρα όλο του το σώμα είναι φως… Κλείνει τα μάτια της, σηκώνει το κεφάλι της προς τον ουρανό και φωνάζει με όλη τη δύναμη της ψυχής της:

«ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΩΩΩΩΩΩ…..»

Όταν τα ανοίγει, βρίσκεται στο κρεβατάκι της…

«Καλημέρα αγάπη μου!»

«Καλημέρα…. μαμά», απαντάει σαστισμένα.

«Τελειώνω μία δουλίτσα και σου ετοιμάζω πρωινό», της λέει γλυκά η μαμά της.

«Τι έγινε τώρα;» αναρωτιέται η Πασχαλίτσα.

«Πώς βρέθηκα εδώ; Η τελευταία φορά που βρισκόμουνα εδώ ήταν όταν ανακοίνωσα στη μαμά μου ότι θα πάω μαζί με τον Γέροντα. Και πήγα μαζί με τον Γέροντα στη σπηλιά του. Και ξεκινήσαμε το ταξίδι μας. Και …»

«Έλα μωρό μου, το πρωϊνό σου είναι έτοιμο!» ακούει τη μαμά να φωνάζει διακόπτοντας τις σκέψεις της.

Η Πασχαλίτσα σηκώνεται και κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας για να φάει το πρωϊνό της. Παρατηρεί τα πάντα γύρω της, τα πράγματα, τη συμπεριφορά της μαμά της κι όλα φαίνονται εντελώς φυσιολογικά.

«Αγάπη μου τι έχεις; Δεν κοιμήθηκες καλά;» ρωτάει η μαμά της.

«Καλά είμαι… απλά σκεφτόμουνα σήμερα να πάω μία μεγαλύτερη βόλτα και να γυρίσω το βραδάκι. Μπορώ μαμά;» λέει η Πασχαλίτσα προσπαθώντας να αποφύγει την απάντηση.

«Φυσικά και μπορείς, αρκεί να μου υποσχεθείς ότι θα είσαι πολύ προσεκτική», της λέει και της δίνει ένα φιλί στο μικρό της προσωπάκι.

Η Πασχαλίτσα τελειώνει το πρωινό της και βγαίνει έξω αποφασισμένη να ανακαλύψει τί συμβαίνει. Χωρίς να σκεφτεί και πολύ, ακολουθεί το μονοπάτι που οδηγούσε στη σπηλιά που έμενε τις προηγούμενες ημέρες με τον Γέροντα. Σ’ όλο το δρόμο χιλιάδες σκέψεις περνάνε από το μυαλό της, αλλά δεν μπορεί να καταλήξει πουθενά. Χωρίς να σταματήσει καθόλου για να ξεκουραστεί, σε λιγότερο από μία ώρα φτάνει στο ξέφωτο. Κοντοστέκεται, κοιτάει δεξιά της και βλέπει την πηγή με το καθαρό νερό που έτρεχε και τη μικρή λιμνούλα που σχηματιζόταν. Κοιτάει αριστερά της, βλέπει την είσοδο μιας σπηλιάς χωρίς πόρτα, όμως απ’ έξω δεν υπήρχε το μεγάλο τραπέζι με τα έξι κούτσουρα για καρέκλες… Η καρδούλα της πάει να σπάσει από την αγωνία… Πλησιάζει διστακτικά και μπαίνει μέσα. Νιώθει την ανάσα της να κόβεται… Δεν υπάρχει κρεβάτι, ούτε τζάκι, ούτε τραπεζάκι, αλλά μπροστά της υπάρχουν δύο εικόνες, του Χριστού και της Παναγίας, και ανάμεσα τους ένα καντηλάκι αναμμένο. Πετάει πάνω στην εικόνα της Παναγίας και ένα δάκρυ κυλάει από τα μάτια της, πετάει πάνω στην εικόνα του Χριστού και δεν μπορεί πλέον να σταματήσει να κλαίει. Όλα της φαίνονται τόσο γνώριμα, αλλά ταυτόχρονα και τόσο διαφορετικά. Όταν μετά από αρκετή ώρα σταματάει το κλάμα, παρατηρεί ότι στη βάση του καντηλιού υπάρχει κάτι που δυσκολεύεται να διακρίνει τι ακριβώς είναι. Πετάει προς τα εκεί και συνειδητοποιεί ότι είναι το τσόφλι από ένα καρύδι που κάποιος το είχε κόψει πολύ προσεκτικά στη μέση.

Βγαίνει έξω από τη σπηλιά και προσπαθεί να καταλάβει, αλλά όσο και να προσπαθεί της είναι αδύνατον. Τότε μια ακόμη τρελή σκέψη της καρφώνεται στο μυαλό.

«Θα πάω στον παππούλη και στον υποτακτικό του» και ξεκινά για το εκκλησάκι.     

Δεν κατάλαβε πότε έφτασε. Βλέπει τον υποτακτικό του παππούλη να βρίσκεται έξω από την καλύβα δίπλα από το μικρό ξύλινο εκκλησάκι και να σκαλίζει μ’ ένα μαχαίρι ένα ξύλο. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πετάει προς αυτόν  και προσγειώνεται επάνω στο ξύλο που κρατούσε στα χέρια του, ξαφνιάζοντάς τον.

«Καλημέρα», του λέει κοφτά.

«Καλημέρα», της απαντά κι αυτός, προσπαθώντας να συνέλθει από την τρομάρα που πήρε.

«Είμαι η Πασχαλίτσα, με θυμάσαι;»

«Πώς είναι δυνατόν να μιλάς και πώς είναι δυνατόν να μ’ ακούς;» την ρωτάει σαφώς σοκαρισμένος.

«Με θυμάσαι;» ρωτάει ξανά η Πασχαλίτσα με λίγο πιο έντονο ύφος αυτή τη φορά.

«Όχι, δεν σε θυμάμαι και σίγουρα δεν έχουμε ξανασυναντηθεί… Είναι αδύνατον να ξεχάσεις μία πασχαλίτσα που μιλά με ανθρώπινη φωνή.»

«Δεν θυμάσαι που τις προηγούμενες ημέρες ερχόμασταν εδώ μαζί με το Γέροντα και συμμετείχαμε στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας;»

«Έχουν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που μας επισκέφτηκε κάποιος. Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς. Και πώς είναι δυνατόν να μιλάς;»

Η Πασχαλίτσα αγνοεί την ερώτηση που της έκανε για το πώς είναι δυνατόν να μιλά και συνεχίζει τις ερωτήσεις της…

«Πότε ήταν η Μεγάλη Εβδομάδα;»

«Έχουν περάσει δώδεκα εβδομάδες από την Ανάσταση του Χριστού μας.»

Η απάντηση του μπερδεύει ακόμα πιο πολύ την Πασχαλίτσα, αλλά βάζει τα δυνατά της για να ξεπεράσει τα εμπόδια του μυαλού της και συνεχίζει:

«Δεν θυμάσαι που τη Μεγάλη Εβδομάδα ερχόμασταν καθημερινά εδώ μαζί με τον Γέροντα; Ήρθαμε την Κυριακή των Βαΐων το πρωί και κοινώνησε, ήρθαμε το βράδυ, ερχόμασταν καθημερινά μέχρι την Μεγάλη Τετάρτη, όπου εσύ ο ίδιος έδωσες εκείνο το βράδυ μία κουβέρτα στον Γέροντα για να κοιμηθεί μέσα στο εκκλησάκι…», λέει η Πασχαλίτσα και εκεί συνειδητοποιεί ότι εκείνο το βράδυ, ήταν και η τελευταία της επαφή με αυτή τη διάσταση.

«Μα σου είπα και προηγουμένως, έχουν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που μας επισκέφτηκε κάποιος.»

Η Πασχαλίτσα μένει για λίγη ώρα αμίλητη και σαφώς προβληματισμένη, αλλά συνεχίζει:

«Μπορείς να μου ανοίξεις το εκκλησάκι σε παρακαλώ για να μπω μέσα;» τον ρωτάει όσο πιο γλυκά μπορεί.

«Φυσικά», της λέει. Την παίρνει στο χέρι του και κατευθύνονται προς το εκκλησάκι.

Μια φωνή ακούγεται από πίσω τους. Είναι ο παππούλης που φωνάζει τον υποτακτικό του να γεμίσει ένα κιούπι με καθαρό νερό και να το πάει στην καλύβα. Αυτός κοντοστέκεται, κοιτάει την Πασχαλίτσα στο χέρι του, γυρίζει το βλέμμα του προς την καλύβα και απαντά στον παππούλη:

«Να είναι Ευλογημένο. Μισό λεπτό μόνο, να πάω στο εκκλησάκι του Αγίου Παϊσίου, να πάρω ένα καθαρό κιούπι.»

Ένα ηλεκτρικό ρεύμα διαπερνάει την Πασχαλίτσα από άκρη ως άκρη, όταν ακούει το όνομα από το εκκλησάκι. Ο υποτακτικός ανοίγει την πόρτα, αφήνει την Πασχαλίτσα σε μία καρέκλα, παίρνει στα χέρια του ένα μεγάλο κιούπι που υπήρχε δίπλα από την είσοδο και της λέει:

«Μπορείς να καθίσεις όσο θέλεις. Πάω να γεμίσω με νερό το κιούπι, να το πάω στη καλύβα και θα ξαναέρθω.»

«Ευχαριστώ» ψελλίζει εκείνη και με το βλέμμα της ήδη αρχίζει να εξερευνά τον χώρο.

Όλα της είναι τόσο γνώριμα. Οι τέσσερις μεγάλες εικόνες μπροστά, ο χώρος πίσω από αυτές που καθόταν ο παππούλης, το αναλόγιο με τα βιβλία, οι λιγοστές εικόνες με τα καντηλάκια αναμμένα…

Αρχίζει να πετά πολύ αργά στο χώρο. Πηγαίνει στο αναλόγιο και συνεχίζει περνώντας μπροστά από τις τέσσερις μεγάλες εικόνες. Η πρώτη είναι του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου, δίπλα είναι του Χριστού, να και η είσοδος που μπαινόβγαινε ο παππούλης και στη συνέχεια να και η εικόνα της Παναγίας και ακριβώς δίπλα της, στολισμένη με λουλούδια, η εικόνα…. του Γέροντα…

Μένει πολύ ώρα να την κοιτάζει ακίνητη κι αμίλητη, ενώ από το μυαλό της αρχίζουν να περνούν ένα-ένα όλα αυτά που της είχε πει. Θυμήθηκε την τελευταία συμβουλή που της είχε δώσει πριν την χαιρετήσει, εκεί μπροστά από τον τάφο του Χριστού. Να διατηρήσει στην καρδιά της όσο περισσότερο μπορεί αυτήν την ελευθερία που ένιωθε, απαλλαγμένη από όρια και περιορισμούς, αυτή την αίσθηση που είχε ότι το κάθε κύτταρο του σώματος της είναι ο ίδιος ο Χριστός, αυτή την αίσθηση  που οτιδήποτε κι αν κοιτούσε, οτιδήποτε κι αν έκανε, οτιδήποτε κι αν σκεφτόταν, ένιωθε την παρουσία του Χριστού.

«Αυτή είναι η ουσία», σκέφτεται, «αυτό είναι το σημαντικό. Κι εγώ από το πρωί που ξύπνησα φέρνω το παρελθόν στο τώρα, χρησιμοποιώντας το μυαλό μου και αγνοώντας την καρδιά μου κι έτσι φεύγει η εστίαση μου από τα ουσιαστικά και τα σημαντικά, και κολλάει στα ανούσια και στα ασήμαντα. Κάνω αυτό ακριβώς που ο γέροντας μου είπε να μην κάνω.»

«Συγνώμη!» φωνάζει κοιτώντας την εικόνα κι ένα δάκρυ κυλάει από τα μάτια της.

Μια γαλήνη, μια ηρεμία την πλημμυρίζει. Γυρίζει και πετάει προς το μέρος που καθόταν συνήθως με τον Γέροντα. Βλέπει εκείνη την πολύ μεγάλη εικόνα φωτισμένη από το καντηλάκι που κρεμόταν μπροστά της. Στη βάση της υπάρχει μια κουβέρτα διπλωμένη… Θυμάται… Το βλέμμα της περιπλανιέται στην εικόνα. Εστιάζει στα χέρια του και στο κομποσκοίνι που κρατάει, στο πρόσωπο του, στον δεξί του ώμο και σε μία μικρή κόκκινη πασχαλίτσα που είναι ζωγραφισμένη επάνω του.

«Αυτός είναι ο Γέροντας μας, ο Άγιος Παΐσιος. Έζησε πολλά χρόνια εδώ στο Άγιο Όρος. Πέθανε σαν σήμερα πριν από 26 χρόνια… στις 12 Ιουλίου του 1994.» της λέει ο υποτακτικός που είχε επιστρέψει στο εκκλησάκι. «Υπάρχουν άνθρωποι που λένε ότι έχει εμφανιστεί σ’ αυτούς πολλές φορές μετά τον θάνατο του και τους βοήθησε.»

«Κι εκείνη η πασχαλίτσα που είναι ζωγραφισμένη επάνω στο δεξιό του ώμο, γιατί είναι εκεί;»

Ο Υποτακτικός με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του, πηγαίνει κοντά στην εικόνα, την κοιτάει προσεκτικά και ψελλίζει:

«Δεν ξέρω… Την εικόνα την καθαρίζω κάθε μέρα, αλλά είναι η πρώτη φορά που βλέπω ότι εκεί βρίσκεται μία Πασχαλίτσα…» και σαφώς σοκαρισμένος γυρίζει αργά το κεφάλι του προς το μέρος που στεκόταν η Πασχαλίτσα, αλλά εκείνη… έχει εξαφανιστεί.   

Τέλος

Share this: