Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας, Mentor/L&B Coach
Την προηγούμενη φορά μιλήσαμε για τα παιδιά που μεγάλωσαν νωρίς. Όχι επειδή το διάλεξαν, αλλά επειδή κάπως έπρεπε να κρατηθεί το σπίτι, η ισορροπία, η σχέση.
Σήμερα, πάμε στο “μετά”. Στο πώς αυτό το παιδί, όταν γίνει ενήλικας, μπορεί να μπερδεύει την απόσταση με ασφάλεια και την εγγύτητα με κίνδυνο — χωρίς καν να το καταλαβαίνει.
Υπάρχει μια ερώτηση που δεν την κάνεις εύκολα. Όχι γιατί δεν ξέρεις να μιλήσεις, αλλά γιατί φοβάσαι την απάντηση.
Γιατί, ενώ θέλω αγάπη, έλκομαι από ανθρώπους που είναι… μακριά;
Γιατί, όταν κάποιος είναι πραγματικά κοντά, κάτι μέσα μου σφίγγεται;
Γιατί το “ήρεμο” μου φαίνεται ξένο, ενώ το “δύσκολο” μου μοιάζει οικείο;
Αν έχεις πιάσει τον εαυτό σου να επαναλαμβάνει το ίδιο μοτίβο, δεν σημαίνει ότι “κάτι δεν πάει καλά” με εσένα. Πολλές φορές σημαίνει ότι το υποσυνείδητο έμαθε την αγάπη με έναν τρόπο που τότε σε προστάτευσε, αλλά σήμερα σε μπερδεύει.
Και αυτό ξεκινά συνήθως πολύ νωρίς. Εκεί που κανείς δεν το ονομάζει. Εκεί που απλώς συμβαίνει.
Όταν το παιδί γίνεται “ο μεγάλος”
Σε κάποιες οικογένειες, το παιδί δεν μεγαλώνει απλώς. Αναλαμβάνει.
Μπορεί να μην το λέει κανείς δυνατά. Δεν υπάρχει ανακοίνωση, δεν υπάρχει συμφωνία. Υπάρχει μόνο μια ατμόσφαιρα: ο γονιός κουράζεται, χάνεται, θυμώνει, αποσύρεται, γίνεται ασταθής ή δεν μπορεί να σταθεί. Και το παιδί, με έναν τρόπο σχεδόν ενστικτώδη, παίρνει θέση.
Γίνεται ο ήρεμος.
Γίνεται ο “λογικός”.
Γίνεται αυτός που δεν επιτρέπεται να κλάψει πολύ.
Αυτός που “δεν πρέπει να φορτώσει τον άλλον”.
Στην επιφάνεια μοιάζει σαν ωριμότητα. Στην πραγματικότητα είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης: “αν κρατήσω εγώ, θα μείνουμε μαζί”.
Το παιδί δεν το κάνει επειδή θέλει δύναμη. Το κάνει επειδή θέλει σύνδεση.
Και κάπου εκεί γεννιέται ένα περίεργο συναίσθημα που δύσκολα περιγράφεται: ένα παιδί νιώθει ότι ο ρόλος του είναι να στηρίζει. Όχι να στηρίζεται.
Η εναλλαγή ρόλων και το κρυφό κόστος
Όταν οι ρόλοι αλλάζουν, το παιδί μπερδεύεται εσωτερικά. Από τη μία νιώθει περήφανο: “τα καταφέρνω”. Από την άλλη νιώθει ένα βάρος που δεν ταιριάζει στην ηλικία του. Μια κούραση που δεν επιτρέπεται να φανεί. Ένα παράπονο που δεν έχει χώρο.
Το πιο δύσκολο όμως είναι άλλο: η ενοχή.
Αν κουραστεί, νιώθει “κακό”.
Αν θυμώσει, νιώθει “αχάριστο”.
Αν ζητήσει, νιώθει “πολύ”.
Κι έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνει, μαθαίνει να κάνει κάτι που μοιάζει με αυτοέλεγχο, αλλά είναι στην πραγματικότητα απομάκρυνση: να μην αισθάνεται πολύ, να μην ζητά πολύ, να μην χρειάζεται πολύ.
Το παιδί δεν χάνει μόνο την ανεμελιά του. Χάνει και την άδεια να είναι παιδί.
Και τότε γράφεται το μεγάλο “μάθημα” στο υποσυνείδητο: για να κρατήσω την αγάπη, πρέπει να προσαρμόζομαι. Για να μην χαθεί η σχέση, πρέπει να αντέχω.
Πώς το υποσυνείδητο μπερδεύει την αγάπη
Το υποσυνείδητο δεν ψάχνει το σωστό. Ψάχνει το γνώριμο.
Αν το “κοντά” ήταν ασταθές, η εγγύτητα μοιάζει ρίσκο.
Αν η τρυφερότητα ήταν σπάνια, η αγάπη μοιάζει κάτι που δεν είναι δεδομένο.
Αν ο γονιός ήταν “παρών” μόνο όταν σε χρειαζόταν, η αξία σου μοιάζει να είναι να είσαι χρήσιμος.
Και κάπως έτσι, η απόσταση δεν φαίνεται απειλή. Φαίνεται οικεία. Φαίνεται “φυσιολογική”.
Γι’ αυτό και στην ενήλικη ζωή, μπορεί να νιώσεις έλξη προς ανθρώπους που είναι συναισθηματικά απόμακροι. Όχι επειδή αυτό θέλεις πραγματικά. Αλλά επειδή αυτό αναγνωρίζει ο εσωτερικός σου χάρτης.
Μερικές φορές επιλέγουμε, χωρίς να το ξέρουμε, ανθρώπους που δεν είναι πλήρως διαθέσιμοι, επειδή το σύστημά μας έχει μάθει ότι “η αγάπη είναι κάτι που κυνηγάς”.
Οι δεσμοί που μοιάζουν με αγάπη αλλά στηρίζονται σε πόνο
Όταν έχεις μάθει την αγάπη ως προσπάθεια, υπάρχει κίνδυνος να χτίζεις δεσμούς που δεν είναι ισορροπημένοι.
Να δίνεις πολλά για να πάρεις λίγα. Να περιμένεις “λίγο ακόμα” για να ανοίξει ο άλλος. Και όταν δεν ανοίγει, να θυμώνεις με εσένα — σαν να φταις που δεν κερδήθηκε κάτι που δεν έπρεπε ποτέ να χρειάζεται να κερδηθεί.
Και η απόσταση, αντί να φαίνεται πρόβλημα, μοιάζει με το γνώριμο κλίμα μέσα στο οποίο έχεις μάθει να λειτουργείς. Εκεί που προσπαθείς. Εκεί που “κρατάς”. Εκεί που δεν ζητάς πολλά.
Η αποστασιοποίηση δεν είναι χαρακτήρας. Είναι άμυνα.
Και τώρα;
Δεν χρειάζεται να “κατηγορήσεις” το παρελθόν για να το καταλάβεις. Δεν χρειάζεται να κατηγορήσεις ούτε τους γονείς σου. Το μόνο που χρειάζεται, κάποιες φορές, είναι να πεις την αλήθεια με τρυφερότητα:
Ίσως αυτό που ονομάζω “είμαι έτσι”, να ήταν κάποτε ο τρόπος μου να επιβιώσω. Ίσως η απόσταση να έγινε οικεία όχι επειδή είναι σωστή, αλλά επειδή ήταν γνώριμη.
Και αν ισχύει αυτό, τότε υπάρχει μια ήρεμη ελπίδα: μπορούμε να μάθουμε ξανά.
Όχι να γίνουμε άλλοι άνθρωποι. Αλλά να ξαναδιδάξουμε στο σύστημά μας ότι η αγάπη δεν είναι αγώνας. Δεν είναι αντοχή. Δεν είναι ρόλος.
Η αγάπη είναι παρουσία.
Σταθερότητα.
Αμοιβαιότητα.
Και κάποια στιγμή, χωρίς δράμα, χωρίς φωνές, χωρίς σκληρότητα, έρχεται ένα σημείο όπου το μέσα σου ξεκαθαρίζει και λέει:
Αρκετά.
Όχι σαν τιμωρία.
Σαν επιστροφή.
Σαν αυτοσεβασμός.
Γιατί η πραγματική αγάπη δεν χρειάζεται να σε κάνει να χάνεις τον εαυτό σου, για να μείνει.
Κι αν θέλεις να δεις πού ξεκινά αυτή η “οικειότητα της απόστασης”, η αρχή της ιστορίας βρίσκεται συχνά εκεί: στο παιδί που χρειάστηκε να μεγαλώσει τους γονείς του.