otan-oloi-koitame-to-skandalo-poios-prostatevei-tin-krisi-mas

Όταν Όλοι Κοιτάμε Το Σκάνδαλο, Ποιος Προστατεύει Την Κρίση Μας;

Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας, Mentor/L&B Coach

Υπάρχει μια σκηνή που επαναλαμβάνεται πια σχεδόν μηχανικά. Βράδυ. Η πόλη χαμηλώνει, το σπίτι ησυχάζει, κι εγώ — όπως κι εσύ — ανοίγω το κινητό “για λίγο”. Και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, το σώμα αντιδρά πριν προλάβει το μυαλό: σφίξιμο στο στομάχι, θυμός, αηδία. Οι αποκαλύψεις γύρω από την υπόθεση Epstein — έγγραφα, αναφορές, ονόματα που κυκλοφορούν, “λίστες” που αναπαράγονται — τροφοδοτούν την αίσθηση ότι υπάρχουν θεσμικά κενά εποπτείας και λογοδοσίας που κάποιοι εκμεταλλεύονται.

Σε τέτοιες υποθέσεις, η θέση οφείλει να είναι καθαρή: η κακοποίηση, η εκμετάλλευση και η εμπορία ανθρώπων είναι απόλυτη ηθική κατάρρευση. Δεν χωρά σχετικοποίηση. Χρειάζονται έρευνα, δικαιοσύνη, λογοδοσία, προστασία των θυμάτων, θεσμική θωράκιση ώστε να μη βρίσκουν χώρο τέτοια δίκτυα.

Και κάτι ακόμη — για να είμαστε έντιμοι, δημοσιογραφικά και ανθρώπινα: η δημοσιότητα γύρω από “ονόματα” δεν ισοδυναμεί από μόνη της με ενοχή. Η τεκμηρίωση, οι διαδικασίες και η δικαιοσύνη δεν μπορούν να αντικατασταθούν από θόρυβο. Αν το κάνουμε αυτό, δεν βοηθάμε τα θύματα και δεν καθαρίζουμε την πραγματικότητα. Απλώς προσθέτουμε άλλη μία στρώση σύγχυσης.

Όμως, ως άνθρωπος που δουλεύει με ερωτήσεις (και όχι με κραυγές), νιώθω υποχρεωμένος να βάλω στο τραπέζι ένα δεύτερο ερώτημα — όχι για να “σκεπάσει” το πρώτο, αλλά για να το κάνει χρήσιμο:

Τι συμβαίνει στην κοινωνία όταν ζει για καιρό σε μόνιμη κατάσταση σοκ;

Το σοκ ενημερώνει. Η συνήθεια απονευρώνει. Και αυτό είναι το επικίνδυνο κομμάτι.

Υπάρχουν αρχές που δεν είναι ιδεολογία — είναι θεμέλια πολιτισμού: η προστασία της παιδικής ηλικίας, η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, η ηθική ακεραιότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη, το δικαίωμα να μη μετατρέπεται ο άνθρωπος σε αντικείμενο. Όταν αυτές οι αρχές τραυματίζονται, δεν πληγώνεται μόνο το θύμα. Πληγώνεται το κοινό αίσθημα δικαίου. Και όταν αυτό διαβρώνεται, αυτό που ακολουθεί είναι ύπουλο: κυνισμός, μοιρολατρία, απόσυρση. Η κοινωνία σταματά να πιστεύει ότι “υπάρχει νόημα”. Και τότε η φρίκη δεν γίνεται αφορμή για ανασύνταξη∙ γίνεται ρουτίνα.

Στον κόσμο της 24ωρης ενημέρωσης και των πλατφορμών, η προσοχή είναι νόμισμα. Και το σοκ “δουλεύει”: τραβάει κλικ, κρατάει χρόνο παραμονής, αυξάνει αλληλεπίδραση, φτιάχνει στρατόπεδα. Το τίμημα είναι ότι το σοκ, όταν γίνεται καθημερινή δίαιτα, συχνά μειώνει την ικανότητά μας για διάκριση. Μειώνει την υπομονή για τεκμηρίωση. Κάνει ελκυστικούς τους “γρήγορους ενόχους” και τις εύκολες εξηγήσεις. Και τελικά οδηγεί σε ένα σημείο που μοιάζει με παραίτηση: “τίποτα δεν αλλάζει”.

Αν ο πολίτης φτάσει στο “δεν έχει νόημα”, έχει ήδη αποσυρθεί. Και αυτή η απόσυρση είναι, συχνά, η μεγαλύτερη νίκη κάθε μηχανισμού που λειτουργεί χωρίς ουσιαστικό έλεγχο: όχι να σε πείσει, αλλά να σε εξαντλήσει. Η φρίκη απαιτεί δικαιοσύνη. Το σοκ, όμως, δεν πρέπει να μας κλέβει την κρίση.

Δεν χρειάζεται να βλέπουμε παντού σκοτεινά σχέδια. Χρειάζεται, όμως, να βλέπουμε ένα απλό γεγονός: τα μεγάλα συστήματα αλλάζουν συχνά με λεπτομέρειες, όχι με πρωτοσέλιδα. Και ενώ η κοινή γνώμη συγκεντρώνεται (δικαίως) σε ένα σοκαριστικό θέμα, άλλες συζητήσεις συνεχίζουν να τρέχουν: οικονομική πολιτική, ψηφιακή διακυβέρνηση, υγειονομικά πλαίσια, ρυθμίσεις για δεδομένα και ταυτοποίηση, εποπτεία πλατφορμών. Αυτά είναι λιγότερο θεαματικά, αλλά καθοριστικά.

Και όταν λέω ότι πολλά καθοριστικά αλλάζουν “χωρίς φώτα”, δεν το λέω ως υπαινιγμό. Το λέω όπως θα το έλεγε ένας άνθρωπος που παρακολουθεί πώς περνάνε τα πράγματα: με τεχνικούς όρους, με κανονισμούς, με “διευκολύνσεις” που ακούγονται λογικές — μέχρι να καταλάβεις τι εξουσία συγκεντρώνεται, και πόσο δύσκολο είναι μετά να πάρεις πίσω ένα δικαίωμα.

Ένα παράδειγμα είναι η συζήτηση για τα ψηφιακά νομίσματα κεντρικών τραπεζών, τα γνωστά CBDCs. Μπορεί να παρουσιαστούν ως εκσυγχρονισμός. Αλλά το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι το “μοντέρνο”. Είναι οι δικλείδες: πόση ιδιωτικότητα μένει στις συναλλαγές; ποιος βλέπει τι; ποιος αποφασίζει πότε και γιατί “παγώνει” κάτι; Μπορεί να μη συμβεί ποτέ. Μα αν δεν μπουν όρια από την αρχή, μετά τα ζητάς όταν είναι αργά.

Δεύτερο παράδειγμα είναι η κουβέντα για τα διεθνή πλαίσια στη δημόσια υγεία — οι συμφωνίες, οι μηχανισμοί συντονισμού, οι κανόνες για “επόμενες κρίσεις”. Η συνεργασία μεταξύ χωρών είναι αναγκαία. Όμως το ερώτημα είναι πάντα το ίδιο: τι είναι δεσμευτικό και τι είναι σύσταση; ποια είναι η δημοκρατική λογοδοσία όταν μπαίνουν έκτακτα μέτρα; ποιος βάζει το φρένο ώστε η εξαίρεση να μην γίνεται κανονικότητα;

Και τρίτο, η ψηφιακή ταυτότητα. Εγώ δεν τη δαιμονοποιώ. Καταλαβαίνω το επιχείρημα της ευκολίας. Αλλά αν η ταυτότητα γίνει το “κλειδί” για τα πάντα — υπηρεσίες, συναλλαγές, πρόσβαση — τότε δεν μιλάμε μόνο για τεχνολογία. Μιλάμε για συγκέντρωση δεδομένων και για το αν υπάρχει πραγματικός έλεγχος πάνω σε αυτή τη δύναμη. Με απλά λόγια: ποιος έχει το κουμπί, ποιος τον ελέγχει, και τι προστασία έχει ο πολίτης όταν κάτι πάει στραβά.

Το ζητούμενο δεν είναι να τρομάξουμε. Το ζητούμενο είναι να ωριμάσουμε. Να απαιτήσουμε διαφάνεια, όρια και λογοδοσία. Να μη δίνουμε λευκή επιταγή σε καμία “λύση” μόνο και μόνο επειδή παρουσιάστηκε ως αναγκαία. Να μην αφήνουμε την κόπωση να κάνει τη δουλειά για λογαριασμό κάποιου άλλου.

Κι εδώ είναι που κρατιέμαι από λίγες ερωτήσεις — όχι πολλές. Όταν κάτι με παρασύρει, προσπαθώ να γυρίσω στα βασικά: τι είναι τεκμηριωμένο και τι απλώς ακούγεται πειστικό; ποιος λογοδοτεί όταν τα πράγματα ξεφεύγουν; όταν προτείνονται “λύσεις”, ποιο είναι το κόστος τους και ποιος το πληρώνει στην πράξη; και, τελικά, ποιος μένει απ’ έξω — ποιος γίνεται ξανά αόρατος, ποιος σηκώνει δυσανάλογα το βάρος;

Αν αυτές οι ερωτήσεις μείνουν ζωντανές, τότε η οργή έχει νόημα. Αν όχι, τότε η οργή γίνεται κατανάλωση. Και η κατανάλωση γίνεται μούδιασμα.

Η λέξη “αφύπνιση” έχει φθαρεί γιατί συχνά γίνεται σημαία στρατοπέδου. Για μένα σημαίνει κάτι πιο γήινο: την ικανότητα να ξεχωρίζεις. Την πληροφορία από την εντύπωση. Τη δικαιοσύνη από τη δίψα για θέαμα. Την ανάγκη για ασφάλεια από τη μόνιμη εξαίρεση.

Γιατί η απελπισία είναι η κρυφή παράδοση. Εκεί που λες “όλοι ίδιοι είναι”, δεν χρειάζεται καν να σου πάρουν κάτι — το έχεις αφήσει ήδη. Κι αν θέλω να μείνει μία πρόταση, είναι αυτή: η οργή είναι χρήσιμη. Η εξάντληση είναι παράδοση.

Στο τέλος, δεν μας ζητάει κανείς να γίνουμε ειδικοί σε όλα. Μας ζητάει, όμως, να μην γίνουμε θεατές. Να απαιτούμε δικαιοσύνη — και ταυτόχρονα να κρατάμε την προσοχή μας ελεύθερη, ώστε να βλέπουμε και τα “αθόρυβα” που καθορίζουν δικαιώματα, θεσμούς, όρια.

Κάποια στιγμή, ο θόρυβος θα πέσει. Και τότε θα μείνει το πρακτικό ερώτημα: όταν περάσει το σοκ, τι θα έχει αλλάξει στον τρόπο που βλέπεις, κρίνεις και συμμετέχεις;

Μην κοιτάς μόνο. Δες.

Facebook
X
LinkedIn
Telegram
WhatsApp
Email
Print
Threads

Share this:

Verified by MonsterInsights