
Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας, Mentor/L&B Coach
Υπάρχει μια στιγμή που δεν κρατάει πάνω από τρία δευτερόλεπτα. Έχεις αναβάλει κάτι που είχες πει πως θα κάνεις. Έχεις μιλήσει απότομα. Έχεις αργήσει. Και πριν προλάβεις να δεις τι έγινε, ανοίγει το “εσωτερικό δικαστήριο”.
«Πάλι τα ίδια.»
«Δεν θα αλλάξεις.»
«Είσαι απαράδεκτος.»
Το σώμα το ξέρει πριν το καταλάβεις. Οι ώμοι σφίγγουν, το στομάχι μαζεύεται, το βλέμμα πέφτει. Σαν να μικραίνεις για να αντέξεις την ετυμηγορία. Κι εκεί μπαίνει η μεγάλη παγίδα: νομίζουμε ότι για να αλλάξουμε, πρέπει να γίνουμε σκληροί με τον εαυτό μας. Ότι η πίεση θα μας “συμμαζέψει”. Ότι η τιμωρία θα μας διορθώσει.
Όμως σήμερα θα το πούμε καθαρά: αποδοχή δεν είναι παραίτηση. Δεν είναι το «έτσι είμαι, τέλος». Αποδοχή είναι κάτι πολύ πιο ώριμο: είναι η συνθήκη ακρίβειας. Να βλέπω αυτό που συμβαίνει χωρίς να το παραμορφώνω, χωρίς να το κάνω ετυμηγορία για το ποιος είμαι. Γιατί όταν δεν χτυπάς τον εαυτό σου, μπορείς να δεις. Και όταν μπορείς να δεις, μπορείς να διορθώσεις.
Ας δούμε πώς γεννιέται η αυτο-κριτική. Συνήθως ξεκινά από φόβο, ντροπή και προσδοκίες. Έχει μια “χρήσιμη” όψη: μοιάζει σαν να σε κρατά σε εγρήγορση. Σαν να σου λέει: «Μην χαλαρώσεις, γιατί θα ξεφύγεις». Κι όμως, στην πράξη, η αυτο-κριτική δεν φέρνει καθαρότητα. Φέρνει άμυνα. Και όταν αμύνεσαι, δεν βλέπεις καθαρά. Ντρέπεσαι, κρύβεσαι, δικαιολογείσαι ή επιτίθεσαι. Η αλλαγή δεν γίνεται πιο εύκολη. Γίνεται πιο βαριά.
Το πιο ύπουλο είναι ότι η αυτο-κριτική τρέχει πιο γρήγορα από την παρατήρηση. Σε τρία δευτερόλεπτα το μυαλό περνά από το “τι έγινε” στο “ποιος είμαι”. «Άργησα» γίνεται «είμαι ανεύθυνος». «Έκανα λάθος» γίνεται «είμαι αποτυχία». Αυτή η μετατόπιση δεν είναι ακρίβεια· είναι σφραγίδα. Και η σφραγίδα δεν ανοίγει δρόμο. Κλείνει.
Εδώ αρχίζει το κόστος του σκληρού καθρέφτη. Όταν ο καθρέφτης μέσα σου είναι δικαστήριο, ο άνθρωπος κρύβεται. Δεν κοιτάει. Αμύνεται. Άλλοτε κλείνει και αποσύρεται, άλλοτε δικαιολογείται με ένταση, άλλοτε επιτίθεται για να μην νιώσει “λίγος”. Και, χωρίς να το θέλει, μεταφέρει τον τόνο στις σχέσεις. Ένα λάθος στη δουλειά μπορεί να γίνει ψυχρότητα στο σπίτι. Μια αναβολή μπορεί να γίνει απότομη απάντηση σε έναν άνθρωπο που δεν φταίει. Όχι επειδή “έγινες κακός”, αλλά επειδή είσαι θολός και πιεσμένος—και το σύστημα σου ψάχνει να σωθεί, όχι να δει.
Η μετατόπιση που μας ενδιαφέρει σήμερα είναι μία: από την ετυμηγορία στην παρατήρηση. Από το «είμαι…» στο «σήμερα συνέβη…». Από το “πάντα/ποτέ” στο “τώρα/εδώ”. Αυτή η αλλαγή γλώσσας δεν είναι απλώς “λέξεις”. Είναι αλλαγή εσωτερικού τόνου. Και ο τόνος καθορίζει αν θα μείνεις σε καθαρότητα ή θα μπεις σε άμυνα.
Δες πώς αλλάζει η πραγματικότητα με μικρές μετατροπές, χωρίς να το κάνουμε checklist:
Η παρατήρηση δεν σε “χαϊδεύει”. Σε ξεμπλοκάρει. Γιατί αφήνει χώρο για την ερώτηση που αξίζει: «Ποιο είναι το επόμενο σωστό;»
Και εδώ έρχεται το πιο ώριμο ζευγάρι: αποδοχή + ευθύνη. Αποδοχή είναι «το βλέπω». Ευθύνη είναι «κάνω το επόμενο σωστό». Όχι το τέλειο. Το επόμενο. Η αποδοχή χωρίς ευθύνη γίνεται δικαιολογία. Η ευθύνη χωρίς αποδοχή γίνεται τιμωρία. Μαζί, γίνεται κίνηση.
Στην πράξη, αυτό μπορεί να είναι μια πολύ μικρή επανόρθωση: «Το είπα άτσαλα. Θέλω να το πω καθαρά.» Ή ένα καθαρό όριο: «Δεν το κράτησα όπως θα ήθελα. Παίρνω δέκα λεπτά και επανέρχομαι.» Όταν το κάνεις έτσι, δεν προσπαθείς να “σώσεις εικόνα”. Κρατάς καθαρή τη σχέση και καθαρό τον εαυτό σου.
Υπάρχει και κάτι συστημικό εδώ: ο τόνος δεν γεννιέται μόνο “από μέσα”. Τον φτιάχνει και το περιβάλλον. Ρόλοι, deadlines, σύγκριση, συνεχείς απαιτήσεις—όλα αυτά εκπαιδεύουν το σώμα να σφίγγει για να αντέχει.
Και όταν το σώμα σφίγγει, η εσωτερική φωνή συχνά γίνεται βιαστική, κοφτή, τιμωρητική. Όχι επειδή είσαι “σκληρός άνθρωπος”. Αλλά επειδή είσαι άνθρωπος που έμαθε να επιβιώνει.
Γι’ αυτό η παρατήρηση με αποδοχή δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ρύθμιση. Αλλάζει τον τόνο μέσα, και τότε αλλάζει ο τόνος έξω.
Σήμερα λοιπόν κρατάμε αυτό: φτιάχνουμε έναν καθρέφτη που δεν είναι δικαστήριο. Παρατηρώ αυτό που συμβαίνει μέσα μου χωρίς να το κάνω ετυμηγορία για το ποιος είμαι. Και αύριο πάμε στο επόμενο βήμα της εβδομάδας: έναν χάρτη δυνατών σημείων και αδυναμιών χωρίς ντροπή—ούτε έπαρση. Για να μπορείς να βλέπεις τον εαυτό σου ολόκληρο: ούτε να τον ανεβάζεις, ούτε να τον χτυπάς. Να τον διαβάζεις. Και να κινείσαι.
Και όταν ξαναέρθει εκείνη η στιγμή των τριών δευτερολέπτων—η αναβολή, το λάθος, η απότομη λέξη—δοκίμασε να την πιάσεις από το σώμα. Ώμοι που σφίγγουν. Στομάχι που μαζεύεται. Βλέμμα που πέφτει. Αυτό δεν είναι απόδειξη ότι «δεν αξίζεις». Είναι το σήμα ότι το δικαστήριο άνοιξε.
Εκεί ακριβώς, μπορείς να αλλάξεις πράγμα: όχι να βγάλεις ετυμηγορία, αλλά να κάνεις παρατήρηση. Κι από εκεί, να κάνεις το επόμενο σωστό.
Δεν χρειάζεται να “γίνεις καλύτερος” με βία. Χρειάζεται να δεις καθαρότερα, με έναν τόνο που σε κρατά στην αλήθεια.
«Καλοσύνη δεν είναι χαλάρωση· είναι να βλέπεις χωρίς να χτυπάς.»