Γάμος μετά την ένταξη στον κλήρο. Αποδεκτός ή απορριπτέος;

Η απόφαση της πρόσφατης Συνάξεως των εν ενεργεία Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχείου να επιτρέψει στους ιερείς την τέλεση δευτέρου γάμου στις περιπτώσεις της χηρείας και της εγκαταλείψεως της συζυγικής στέγης από την πρεσβυτέρα, επιλύει ένα σημαντικό κοινωνικής και ανθρώπινης υφής φαινόμενο.


Ταυτοχρόνως, θέτει επί τάπητος εμμέσως πλην σαφώς και το ζήτημα του γάμου μετά την χειροτονία, εντός των πλαισίων του οποίου εντάσσεται και η ιστορική αυτή απόφαση.

Το ζήτημα του γάμου μετά την ένταξη στο κλήρο ούτε άγνωστο είναι στο Κανονικό Δίκαιο ούτε αγνοήθηκε από αυτό. Και τούτο αποδεικνύεται από την ύπαρξη τριών κανόνων, οι οποίοι το ρυθμίζουν. Οι κανόνες αυτοί είναι ο 10ος της τοπικής συνόδου της Αγκύρας, ο 26ος των Αποστόλων και ο 6ος της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου.

Κατά τον 10ο κανόνα της Αγκύρας (βλ. το κείμενο σε Α. Βαβούσκου, Νομοκανονικός Κώδικας, Εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2014, 91), εάν το πρόσωπο, που επιθυμεί να εισέλθει στον κλήρο διά της χειροτονίας του ως διακόνου, δηλώσει προ της χειροτονίας του, ότι η επιθυμία του είναι να παντρευθεί, εφόσον μετά την χειροτονία του τελικώς τελέσει γάμο, δεν θα υποστεί την ποινή της καθαιρέσεως αλλά θα παραμείνει στον κλήρο. Εάν, όμως, δεν προβεί στην σχετική δήλωση επιθυμίας τελέσεως γάμου, τεκμαίρεται η βούλησή του να ακολουθήσει τον άγαμο κλήρο, οπότε ο τυχόν μετά την χειροτονία τελεσθησόμενος γάμος θα έχει ως συνέπεια την καθαίρεσή του: «Διάκονοι, ὅσοι καθίστανται, παρ᾽ αὐτὴν τὴν κατάστασιν εἰ ἐμαρτύραντο καὶ ἔφασαν χρῆναι γαμῆσαι, μὴ δυνάμενοι οὕτω μένειν, οὗτοι μετὰ ταῦτα γαμήσαντες, ἔστωσαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διὰ τὸ ἐπιτραπῆναι αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ ἐπισκόπου. Τοῦτο δέ, εἴ τινες σιωπήσαντες, καὶ καταδεξάμενοι ἐν τῇ χειροτονίᾳ μένειν οὕτω, μετὰ ταῦτα ἦλθον ἐπὶ γάμον, πεπαῦσθαι αὐτοὺς τῆς διακονίας».

Ακολουθώντας την ερμηνευτική αρχή της κανονικής ακρίβειας, δηλαδή της γραμματικής ερμηνείας (βλ. σχετ. Α. Βαβούσκου, Ερμηνευτική προσέγγιση ιερών κανόνων, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2010, 195επ.), η ανάγνωση του κανόνα με οδηγεί στα παρακάτω συμπεράσματα:

Είναι καταρχήν σαφής η παραδοχή, ότι η τέλεση γάμου μετά την χειροτονία απαγορεύεται. Αυτό επιβεβαιώνεται από την πρόβλεψη από τον ίδιο τον κανόνα της εξαιρέσεως, η οποία θα εκτεθεί αμέσως παρακάτω.

Κατ’ εξαίρεσιν, δύναται να τελεσθεί γάμος μετά την χειροτονία, εάν ο μέλλων να χειροτονηθεί, δηλώσει προ της χειροτονίας του ότι πάντως επιθυμεί την τέλεση γάμου και την συνεπακόλουθη (και αυτονόητη τουλάχιστον για την εποχή εκείνη) δημιουργία οικογένειας διά την τεκνογονίας.

Για να είναι έγκυρη η δήλωση αυτή, θα πρέπει:

α) ο δηλών να εισέρχεται εκείνη τη στιγμή στον ανώτερο κλήρο, ήτοι στον βαθμό του διακόνου.

Συνεπώς, δεν ισχύει η διάταξη για τους ήδη χειροτονημένους και κατέχοντες τον βαθμό του διακόνου ή του πρεσβυτέρου. Ισχύει, όμως, για όσους έχουν ήδη καταταγεί στον κατώτερο κλήρο, ανεξαρτήτως αν είναι αναγνώστες, ψάλτες, υποδιάκονοι κ.λ.π. με το επιχείρημα πως ό,τι ισχύει για το μείζον (την είσοδο στον ανώτερο κλήρο), πολλώ δε μάλλον ισχύει για το έλασσον (την είσοδο στον κατώτερο κλήρο). Συνεπώς, οι κατώτεροι κληρικοί – ανεξαρτήτως της κατηγορίας στην οποία ανήκουν, δύνανται κατά τον κανόνα αυτόν μετά την χειροθεσία τους να τελέσουν γάμο, αρκεί να είχαν γνωστοποιήσει προηγουμένως την βούλησή τους αυτή.

β) η δήλωσή του να είναι σαφής και ρητή, να αποδεικνύεται δε πλήρως, προς άρση πάσης αμφισβητήσεως για την πληρότητα και το κύρος της.

Εφόσον ο μέλλων να χειροτονηθεί δεν προβεί σε τέτοια δήλωση αλλά σιωπήσει, η σιωπή του αυτή συνιστά αμάχητο τεκμήριο περί της επιθυμίας του να ενταχθεί στον άγαμο κλήρο. Οπότε, πιθανός γάμος μετά την χειροτονία επαναφέρει σε ισχύ την γενική απαγόρευση του κανόνα και οδηγεί στην επιβολή της ποινής της καθαιρέσεως σ’ αυτόν που την παραβίασε.

Κατά τον 26ο κανόνα των Αποστόλων (βλ. το κείμενο σε Α. Βαβούσκου, Νομοκανονικός Κώδικας, Εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2014, 252), κατ’ εξαίρεσιν προς την γενική απαγόρευση της τελέσεως γάμου μετά την ένταξη στον κλήρο, επιτρέπεται εκ των κατωτέρων κληρικών μόνο στους αναγνώστες και στους ψάλτες, να τελέσουν γάμο μετά την είσοδό τους σ’ αυτόν: «Τῶν εἰς κλῆρον προσελθόντων ἀγάμων, κελεύομεν βουλομένους γαμεῖν, ἀναγνώστας, καὶ ψάλτας μόνους».

Και στον κανόνα αυτόν, ακολουθώντας την ίδια ερμηνευτική αρχή της κανονικής ακρίβειας, άγομαι στα παρακάτω συμπεράσματα:

Ο κανόνας αποδέχεται την γενική απαγόρευση της μετά την χειροτονία τελέσεως γάμου.

Υπό την απαγόρευση αυτή υπάγει και τον ανώτερο κλήρο και – καταρχήν – και τον κατώτερο κλήρο.

Εξαιρεί από την γενική απαγόρευση μόνον δύο κατηγορίες κατωτέρων κληρικών, τους αναγνώστες και τους ψάλτες. Συνεπώς, μόνον οι ψάλτες και οι αναγνώστες εκ του συνόλου του κλήρου, δύνανται να τελέσουν γάμο μετά την χειροθεσία τους.

Τέλος, κατά τον 6ο κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου (βλ. το κείμενο σε Α. Βαβούσκου, Νομοκανονικός Κώδικας, Εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2014, 37), απαγορεύεται ρητώς ο μετά την χειροτονία γάμος στους υποδιακόνους, στους διακόνους και στους πρεσβυτέρους, κατ’ επίκλησιν μάλιστα του 26ου κανόνα των Αποστόλων. Εάν, δε, επισυμβεί τέλεση γάμου από τα ως άνω πρόσωπα μετά την είσοδο αυτών στον κλήρο, στους παραβάτες επιβάλλεται η ποινή της καθαιρέσεως: «Ἐπειδὴ παρὰ τοῖς ἀποστολικοῖς κανόσιν εἴρηται, τῶν εἰς κλῆρον προαγομένων ἀγάμων, μόνους ἀναγνώστας, καὶ ψάλτας γαμεῖν καὶ ἡμεῖς τοῦτο παραφυλάττοντες, ὁρίζομεν ἀπὸ τοῦ νῦν μηδαμῶς ὑποδιάκονον, ἢ διάκονον, ἢ πρεσβύτερον, μετὰ τὴν ἐπ᾿ αὐτῷ χειροτονίαν, ἔχειν ἄδειαν, γαμικὸν ἑαυτῷ συνιστᾷν συνοικέσιον. Εἰ δὲ τοῦτο τολμήσοι ποιῆσαι, καθαιρείσθω. Εἰ δὲ βούλοιτό τις τῶν εἰς κλῆρον προερχομένων, γάμου νόμῳ συνάπτεσθαι γυναικί, πρὸ τῆς τοῦ ὑποδιακόνου, ἢ διακόνου, ἢ πρεσβυτέρου χειροτονίας τοῦτο πραττέτω».

Μη διαφοροποιούμενος και στην περίπτωση αυτή ως προς την μέθοδο ερμηνείας, συμπεραίνω τα εξής:

Και αυτός ο κανόνας αποδέχεται την γενική απαγόρευση τελέσεως γάμου μετά την είσοδο στον κλήρο. Υπάγει υπό την απαγόρευση αυτή, από μεν τον κατώτερο κλήρο τους υποδιακόνους, από δε τον ανώτερο κλήρο τους διακόνους και τους πρεσβυτέρους.

Συνεπώς, εξαιρουμένων των ψαλτών, των αναγνωστών και των υποδιακόνων, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανόνα οι λοιποί κατώτεροι κληρικοί (εφορκιστές, πυλωροί και παραμονάριοι), οι οποίοι δύνανται να τελέσουν γάμο μετά την χειροθεσία τους.

Κατά την ερμηνευτική προσέγγιση των ιερών αυτών κανόνων από τους βυζαντινούς κανονολόγους, τέθηκε το ζήτημα της καταργήσεως του 10ου κανόνα της τοπικής συνόδου της Αγκύρας από τον 6ο κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου. Ως επιχείρημα προτάθηκε – αμέσως ή εμμέσως – η υπερίσχυση του κανόνα της δεύτερης (της Πενθέκτης) έναντι του πρώτου (της Αγκύρας) ως νεοτέρου. Υπό αυτό το πρίσμα, ο μεν Ι. Ζωναράς (βλ. το σχόλιο του υπό τον 10ο της Αγκύρας σε Ράλλη – Ποτλή, Σύνταγμα, Τ. 3, …..) υποστήριξε ότι: «…Ἐναντίων οὖν προδήλως τῶν κανόνων τούτων ὄντων, ὁ τῆς ἕκτης συνόδου κρατεῖν ὀφείλει, ὡς μεταγενέστερος, καὶ τῷ ἀποστολικῷ συμφωνῶν κανόνι˙ …». Θ. Βαλσαμών ότι: «…Εἴτε γὰρ προανεφώνησαν τὰ περὶ τούτου, εἴτε ἐσιώπησαν χειροτονούμενοι, οὐ παραχωρηθήσονται μετὰ τὴν χειροτονίαν γυναικὶ συζευχθῆναι˙ ὅτι ὁ ζ΄. κανὼν τῆς ἐν τῷ Τρούλλῳ συνόδου διορίζεται καθαιρεῖσθαι τοὺς μετὰ τὴν χειροτονίαν γάμους συναλλάττοντας πρεσβυτέρους, διακόνους, καὶ ὑποδιακόνους˙ τὸ δὲ ἀκανόνιστον, οὔτε ἀπὸ ἐπιτροπῆς ἐπισκοπικῆς, οὔτε ἀπὸ μόνου τοῦ σιωπῆσαι ἐκχωρηθήσεται, ὡς ἀνυπόστατον…», ο δε Α. Αριστηνός ότι: «…Πλὴν τῷ παρόντι κανόνι (εννοεί τον 10ο της Αγκύρας) ἀντίκειται ὁ ἕκτος κανὼν τῆς ἕκτης συνόδου, μὴ παραχωρῶν ὅλως τῷ προελθόντι ἀγάμῳ εἰς ὑποδιακόνου, ἢ διακόνου, ἢ πρεσβυτέρου βαθμόν, μετὰ τὴν χειροτονίαν γαμικὸν ἑαυτῷ συνιστᾷν συνοικέσιον˙ ἀλλὰ τὸν τοῦτο τολμήσαντα ποιῆσαι, διαταττόμενος καθαιρεῖσθαι˙ καὶ κρατεῖ ὁ κανὼν ἐκεῖνος, καὶ οὗτος ἤργησεν».

Είναι, όμως, αυτή η άποψη ορθή; Όχι, και θα εξηγήσω αμέσως γιατί.

Η Πενθέκτη Οικουμενική σύνοδος με τον 2ο κανόνα της, ο οποίος – σε αντίθεση με τον 1ο κανόνα της, ο οποίος αφορά στις δογματικές αποφάσεις των προγενεστέρων Οικουμενικών συνόδων – αφορά στις λοιπές μη δογματικές αποφάσεις αυτών, καθώς και στις αποφάσεις δύο Τοπικών συνόδων, αυτών της Σαρδικής και Καρθαγένης, έρχεται και συμπληρωματικώς προς τον 1ο κανόνα της:

α) Επιβεβαιώνει την ισχύ και το κύρος των λοιπών μη δογματικών κανόνων των προηγουμένων Οικουμενικών συνόδων, οι οποίοι δεν χρήζουν επικυρώσεως.

β) Επιβεβαιώνει εκ νέου το κύρος και την ισχύ των κανόνων των Τοπικών συνόδων της Σαρδικής και της Καρθαγένης, αφού ήδη αυτοί έχουν κυρωθεί και έχουν αποκτήσει κύρος κανόνων Οικουμενικής συνόδου από την Δ΄ Οικουμενική σύνοδο (1ος κανόνας).

γ) Κυρώνει για πρώτη φορά τους κανόνες των Αποστόλων και ορισμένων Πατέρων της Εκκλησίας, που ρητώς αναφέρονται στο «λεκτικό» του κανόνα.

Από τη στιγμή, λοιπόν, που η σύνοδος αυτή επιβεβαιώνει το κύρος και την ισχύ μεταξύ άλλων και των ιερών κανόνων της συνόδου της Αγκύρας, δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό, ότι αμέσως μετά από αυτήν την απόφαση, η ίδια σύνοδος αυτοαναιρείται, καταργώντας έναν εκ των κανόνων, που μόλις επιβεβαίωσε την ισχύ και τον κύρος του.

Περαιτέρω, για να υπερισχύσει ένα νεότερος κανόνας ενός παλαιοτέρου, θα πρέπει αμφότεροι να έχουν ταυτόσημο «λεκτικό», ώστε να έχουν και το ίδιο πεδίο εφαρμογής.

Όπως, όμως, προκύπτει από τα προεκτεθέντα, το λεκτικό των δύο επίμαχων κανόνων (του 10ου της Αγκύρας και του 6ου της Πενθέκτης) διαφοροποιείται σαφώς. Εάν δε συμπεριλάβω στην συγκριτική αυτή διαδικασία του «λεκτικού» των δύο αυτών ιερών κανόνων και το «λεκτικό» του 26ου των Αποστόλων, τότε η διαφοροποίηση ως προς το περιεχόμενό τους γίνεται έτι περαιτέρω σαφής.

Τέλος, ο ίδιος ο 10ος κανόνας της Αγκύρας αποδέχεται και θεωρεί ως δεδομένη την γενική απαγόρευση τελέσεως γάμου μετά την χειροτονία.

Εκείνη η ερμηνευτική αρχή, η οποία θα μπορούσε να εφαρμοσθεί στην συγκεκριμένη περίπτωση και να οδηγήσει σε προβάδισμα του 6ου κανόνα της Πενθέκτης έναντι του 10ου της Αγκύρας, θα ήταν η αρχή της αυθεντίας του θεσπίζοντος οργάνου (βλ. σχετ. Α. Βαβούσκου, Ερμηνευτική προσέγγιση ιερών κανόνων, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2010, 223επ.), βάσει της οποίας ο ερμηνευτής προκρίνει την κανονική διάταξη, που θέσπισε Οικουμενική σύνοδος, έναντι οποιασδήποτε κανονικής διατάξεως τοπικής συνόδου.

Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση για τη χρήση της ερμηνευτικής αυτής αρχής είναι η συρροή για το ίδιο ζήτημα κανόνων Οικουμενικής και τοπικής συνόδου, που ρυθμίζουν το ζήτημα με τον ίδιο τρόπο, έχοντας δηλαδή ταυτόσημο «λεκτικό», oπότε ο ερμηνευτής καλείται να προτάξει τον κανόνα της Οικουμενικής συνόδου έναντι αυτού της τοπικής συνόδου. Με τα ήδη, όμως, εκτεθέντα δεδομένα, τέτοια ταυτότητα δεν υπάρχει μεταξύ των σχετικών κανόνων. Συνεπώς, οι επίμαχοι κανόνες θα ερμηνευθούν συνδυαστικώς ως εξής:

Υπάρχει η γενική απαγόρευση τελέσεως γάμου μετά την είσοδο στον κλήρο, είτε η είσοδος αυτή λάβει χώρα δια χειροθεσίας ή δια χειροτονίας (10ος Αγκύρας, 26ος Αποστόλων, 6ος Πενθέκτης).

Η απαγόρευση αυτή ισχύει μόνον για τους υποδιακόνους, τους διακόνους και τους πρεσβυτέρους (6ος Πενθέκτης).

Η απαγόρευση αυτή δεν δεσμεύει τους υπολοίπους κατώτερους κληρικούς είτε γιατί αυτοί εξαιρούνται ρητώς (ψάλτες, αναγνώστες (26ος Αποστόλων)) είτε κατ’ ερμηνείαν (πυλωροί, παραμονάριοι, εφορκιστές (26ος Αποστόλων, 6ος Πενθέκτης)).

Κατ’ εξαίρεσιν, για όσους δεσμεύονται από την απαγόρευση αυτή, επιτρέπεται η μετά την είσοδο στον κλήρο τέλεση γάμου, εφόσον ο εισερχόμενος σ’ αυτόν δηλώσει σαφώς και κατηγορηματικώς πριν τη χειροτονία του, ότι επιθυμεί να τελέσει γάμο (10ος Αγκύρας).

Η εξαίρεση αυτή ισχύει μόνο για τον βαθμό του διακόνου και ισχύει μέχρι της προαγωγής στον βαθμό του πρεσβυτέρου (10ος Αγκύρας). Κατ’ ερμηνείαν, δε, και για όσους κατώτερους κληρικούς δεσμεύονται από την απαγόρευση, δηλαδή τους υποδιακόνους (10ος Αγκύρας, 6ος Πενθεκτης).

Κατόπιν των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψιν ότι:

α) κατά τον ισχύοντα Αστικό Κώδικα, η λύση του γάμου επέρχεται λόγω θανάτου του ενός συζύγου ή λόγω διαζυγίου, οπότε και είναι εφικτή η τέλεση νέου γάμου.

β) ο γάμος προς της χειροτονίας αποτελεί τη σαφέστερη και πλέον ξεκάθαρη δήλωση επιθυμίας τελέσεως γάμου, όπως η δήλωση αυτή προβλέπεται στον 10ο κανόνα της Αγκύρας.

γ) κατά τον τον 15ο κανόνα της τοπικής συνόδου της Γάγγρας κατοχυρώνεται η περί τεκνοτροφίας υποχρέωση των γονέων («Εἴ τις καταλιμπάνοι τὰ ἑαυτοῦ τέκνα, καὶ μὴ τεκνοτροφοῖ, καὶ τὸ ὅσον ἐπ᾽ αὐτῷ πρὸς θεοσέβειαν τὴν προσήκουσαν ἀνάγοι, ἀλλὰ προφάσει τῆς ἀσκήσεως ἀμελοίη, ἀνάθεμα ἔστω» (βλ. το κείμενο σε Α. Βαβούσκου, Νομοκανονικός Κώδικας, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, 98), η οποία όμως δυσχεραίνεται στην περίπτωση της χηρείας ή του διαζυγίου για τον κληρικό – πατέρα,

έχω την άποψη, ότι:

 ορθώς και συμφώνως προς τους ιερούς κανόνες η Σύναξη των εν ενεργεία Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχείου έλαβε την απόφασή της.

Πηγή: htpps://orthodoxia.info  του Αναστασίου Βαβούσκου Δικηγόρου, Δρ. του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ