Ενσυναίσθηση

Ενσυναίσθηση. Ένας νέος όρος, που μπαίνει στην ζωή μας καθημερινά με δυναμικό τρόπο.  Είναι η ενσυναίσθηση όμως εφικτή στην καθημερινή μας ζωή ή αποτελεί ακόμη έναν επιστημονικό όρο που θα μείνει στα χαρτιά; Αρχικά ας δούμε τι σημαίνει.


 Ως ενσυναίσθηση ορίζεται η συναισθηματική ταύτιση με την ψυχική κατάσταση ενός άλλου ατόμου και η κατανόηση της συμπεριφοράς και των κινήτρων του. 

 Όλοι μας έχουμε ακούσει την φράση ‘’ να μπεις στα παπούτσια του άλλου’’.  Πόσο εύκολο είναι όμως πραγματικά να ακολουθήσουμε, επί της ουσίας, τα βήματα ενός άλλου ανθρώπου; Να έχουμε την ίδια αίσθηση με εκείνον, περπατώντας στον δρόμο που πορεύεται.  Να αισθανθούμε τον ίδιο πόνο ή την ίδια ευχαρίστηση; 

 Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που θα πρέπει να μας απασχολήσει και έχει άμεση σχέση με το πόσο εφικτά είναι τα παραπάνω, είναι το κατά πόσο η ενσυναίσθηση είναι μια δεξιότητα που είναι έμφυτη στους ανθρώπους ή είναι μια δεξιότητα που αποκτάται με προσωπική και εσωτερική ‘’ δουλειά.

 Τα καλά νέα είναι ότι ισχύουν και τα δυο!

 Για να αισθανθούμε όπως ακριβώς αισθάνεται ένας άλλος, θα πρέπει να καταφέρουμε να νιώσουμε ακριβώς όπως ο άλλος. Να μπούμε στο μυαλό του, στην καρδιά του, να γίνουμε για λίγο ‘’ ο άλλος άνθρωπος.’’ Να ταυτιστούμε απόλυτα μαζί του. Να βιώσουμε την κατάσταση την οποία βιώνει, να νιώσουμε τον πόνο του, να δούμε από πού ακριβώς πηγάζει το δάκρυ του, από πού ανθίζει το γέλιο του. Για να το καταφέρουμε αυτό θα πρέπει φυσικά να αφήσουμε στην άκρη τα δικά μας συναισθήματα, βιώματα και ‘’θέλω’’.

 Σύμφωνα με τον Daniel Coleman ‘’ η ενσυναίσθηση οικοδομείται πάνω στην αυτεπίγνωση. Όσο περισσότερο ανοιχτοί είμαστε στις ίδιες συγκινήσεις τόσο περισσότερο ικανοί θα είμαστε στο αντιληφθούμε τα συναισθήματα των άλλων’’. Πως θα μπορούσε να γίνει όμως αυτό, σε μια κοινωνία που οδηγεί καθημερινά τα μέλη της στην απόλυτη αποξένωση; Άνθρωποι πλημμυρισμένοι από χιλιάδες δικά τους προβλήματα, με μπλοκαρισμένα ‘’εγώ’’ και ανικανοποίητα ‘’ θέλω’’, που μένουν στην άκρη για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν σε μια βάρβαρη καθημερινότητα,   πώς θα μπορούσαν να ανοίξουν ουσιαστικά τις ψυχές τους στους άλλους ανθρώπους; Η απάντηση έρχεται από την ίδια την φύση της ενσυναίσθησης.

 Για να ανοίξουμε την καρδιά μας στους άλλους , σημαίνει ότι έχουμε πρώτα ανοίξει και κατανοήσει την δική μας καρδιά, τα δικά μας συναισθήματα, τα δικά μας ‘’μπορώ’’.  Γινόμαστε ‘’ καλύτεροι ‘’ άνθρωποι με τους γύρω μας, αφού πρώτα έχουμε συμφιλιωθεί με εμάς. Έχουμε αγαπήσει και αγκαλιάσει την εσωτερικότητα μας. Και το σημαντικότερο είναι ότι η ενσυναίσθηση είναι μια δεξιότητα έμφυτη στο μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων. (εξαιρούνται του ποσοστού οι πάσχοντες από σοβαρά ψυχιατρικά νοσήματα.)

 Εκεί λοιπόν βρίσκεται και το κλειδί της όλης αυτής υπέροχης διεργασίας. Ότι το έχουμε μέσα μας. Είναι στοιχείο της ανθρώπινης φύσης μας το να ταυτιζόμαστε, να κατανοούμε και συμπάσχουμε με τους γύρω μας. Το αν θα το κάνουμε τελικά αυτό, είναι κάτι που εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς.

 Ας δούμε όμως πως θα μπορούσαμε να δουλέψουμε αρχικά αυτή μας την δεξιότητα, αρχής γενομένης από τους οικείους μας ανθρώπους, τους φίλους και την οικογένειά μας. Έτσι ώστε να γίνουμε καλύτεροι φίλοι, καλύτεροι γονείς, σύντροφοι.

 Το πρώτο και κυριότερο που έχουμε να κάνουμε είναι να μάθουμε ν’ ακούμε τον άλλον.  Και μην σας κάνει εντύπωση αυτό. Οι περισσότεροι άνθρωποι ακούμε, μόνο για να είμαστε σε θέση ν απαντήσουμε.  Όταν όμως ο άνθρωπος με τον οποίο συνομιλούμε καταλάβει ότι εκείνη την στιγμή τον ακούμε ουσιαστικά, τον νιώθουμε, αποτελεί γι εκείνον ίσως και την ουσιαστικότερη βοήθεια που θα μπορούσαμε να του δώσουμε.  Γιατί με αυτόν τον τρόπο τον κάνουμε να αισθανθεί σημαντικός για εμάς. Ας ακούσουμε λοιπόν με προσοχή τα παιδιά μας, τους φίλους μας, τους γονείς μας, τον κουρασμένο από την δουλειά σύντροφό μας. Και ο καλύτερος τρόπος για να του δείξουμε ότι τον ακούμε, είναι να επαναλαμβάνουμε κάποιες φράσεις έτσι όπως ακριβώς της είπε.  Μ αυτό τον τρόπο είναι απολύτως σίγουρος ότι τον ακούμε πραγματικά. Η δε απάντηση μας και βοήθεια μας, ας μην ξεχνάμε ότι δεν είναι απαραίτητο να είναι λεκτική. Η μη λεκτική επαφή, μια αγκαλιά, ένα χάδι, έχουν ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα.

 Ένα δεύτερο βήμα που έχουμε να κάνουμε, είναι να σκεφτούμε τον παράγοντα άνθρωπο.  Πώς ουσιαστικά αισθάνθηκε όταν του συνέβη κάτι. Ας προσπαθήσουμε να αισθανθούμε πώς ένιωσε το παιδί μας, όταν τσακώθηκε στο σχολείο του με τον καλύτερο του φίλο. Τι σημαίνει για εκείνο ότι ένα άλλο παιδί το κορόιδεψε. Πόσο σκληρός μπορεί να φαίνεται στα μάτια του ο κόσμος των μεγάλων όταν άκουσε την δασκάλα του να του φωνάζει.  Γιατί ό, τι στο δικό μας μυαλό μπορεί να φαίνεται απλό και άνευ ουσίας, για έναν άλλον άνθρωπο με διαφορετική ψυχοσύνθεση, ηλικία και διαφορετικά βιώματα, είναι πιθανόν να είναι κάτι σημαντικό και δύσκολο.  Ακριβώς εδώ έρχεται να ‘’κουμπώσει’’ η φράση που αναφέραμε παραπάνω, ‘’μπαίνω στα παπούτσια του άλλου’’.  Προσπαθώ δηλαδή να καταλάβω πως αισθάνεται, με βάση τα δικά του βιώματα, τους δικούς του φόβους, τις δικές του αναστολές και τα δικά του “θέλω” στην παρούσα φάση της ζωής του.  Είναι λογικό στα μάτια ενός ενήλικα, αν ένα παιδάκι δεν ήθελε να παίξει με ένα άλλο, να μην έχει και ιδιαίτερη σημασία.  Για ένα μικρό παιδί όμως, που το παιχνίδι είναι η κυριότερή του ασχολία, που καταλαμβάνει τον μισό από τον χρόνο του, αυτό το γεγονός να αποτελεί για εκείνον την πρώτη μεγάλη απόρριψη της ζωής του. Γιατί οι φίλοι του είναι για εκείνον  ο δικός του κόσμος.

 Αυτό λοιπόν που έχουμε να κάνουμε ουσιαστικά, είναι να λαμβάνουμε υπόψη μας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε κάποιο γεγονός, με βάση τα συναισθήματα του άλλου ανθρώπου.  Και όταν ο χρόνος μας το επιτρέπει ας αυξήσουμε λίγο την ‘’περιέργεια‘’ μας για τους άλλους ανθρώπους. Καθημερινά συναντάμε και κάνουμε συναλλαγές με πολλούς ανθρώπους.

Έχουμε αναρωτηθεί ποτέ ποιος είναι ο άνθρωπος που καθημερινά μας εξυπηρετεί στον φούρνο της γειτονιάς μας; Η πωλήτρια στο κατάστημα που ψωνίζουμε; Ο γείτονας που μένει απέναντι μας; Αυτή η μικρή ‘’περιέργεια’’ θα μας κάνει να καταλάβουμε πως είναι πιθανόν, συναισθήματα που εισπράττουμε καθημερινά, συμπεριφορές με συγκεκριμένα αποτελέσματα, να εξαρτώνται ίσως παραπάνω από άλλους ανθρώπους, απ’ ό,τι εμείς οι ίδιοι μπορούσαμε να φανταστούμε. Να δούμε και να αισθανθούμε ότι επί της ουσίας επηρεαζόμαστε και επηρεάζουμε καθημερινά πολλούς ανθρώπους, που ούτε καν μας περνούσαν από το μυαλό.  Κάτι που θα μας κάνει να ξανασκεφτούμε δυο φορές την όποια αγένεια μας, απέναντι σε κάποιον άγνωστο. Την αυστηρότητα μας σε έναν υφιστάμενο μας αλλά και την “καλημέρα” που συνήθως ξεχνάμε να πούμε το πρωί στον ηλικιωμένο γείτονα μας. Που μπορεί για εμάς να είναι κάτι τυπικό, για εκείνον όμως θα μπορούσε να σημαίνει μια κάποια αναγνώριση και σπουδαιότητα, στην μοναχικότητα της τρίτης ηλικίας, την οποία ενδεχομένως να βιώνει.     

 Πηγή: www.delikostas.gr της Βασιλικής Παππά