Facebook
X
LinkedIn
Telegram
WhatsApp
Email
Print
Threads

Η Ψυχολογία του Λιντσαρίσματος

Πώς Κατασκευάζεται ο Ένοχος

Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας, Mentor/L&B Coach

Κάποιες στιγμές, η κοινωνία μοιάζει να μεταμορφώνεται. Να μετακινείται από τη λογική και την ενσυναίσθηση προς την ταχύτητα της καταδίκης. Σαν να πατά ένα συλλογικό κουμπί και να ξεκινά μια αόρατη διαδικασία εξόντωσης: ψυχολογική, κοινωνική, και πολλές φορές ηθική. Το φαινόμενο του λιντσαρίσματος —που δεν αφορά μόνο το παρελθόν ή την ιστορία, αλλά είναι απολύτως σύγχρονο και «ψηφιακό»— έχει συγκεκριμένη ψυχολογία και προβλέψιμα στάδια. Κι αν τα κατανοήσουμε, ίσως μπορέσουμε να αντισταθούμε. Ή τουλάχιστον να μην συμμετέχουμε.

  1. Η ανάγκη για «έναν ένοχο»

Όταν κάτι ταρακουνάει την κανονικότητά μας —μια σύλληψη, ένα σκάνδαλο, μια καταγγελία— ο ψυχισμός μας ενεργοποιεί μηχανισμούς άμυνας. Ο πιο απλός είναι η προβολή:
«Δεν είμαι εγώ το πρόβλημα. Είναι αυτός.»

Ο εγκέφαλος ανακουφίζεται όταν η πολυπλοκότητα μετατρέπεται σε απλότητα. Όταν το “δεν ξέρω” γίνεται “σίγουρα φταίει αυτός”. Έτσι δημιουργείται η ψευδαίσθηση του ελέγχου. Αν καταδικάσουμε τον «ένοχο», ξορκίζουμε το κακό. Η κοινωνία επιστρέφει στο πλαίσιο της. Ο φόβος καταλαγιάζει — αλλά όχι επειδή βρέθηκε η αλήθεια. Επειδή βρέθηκε κάποιος να την κουβαλήσει.

  1. Ο κύκλος της επιβεβαίωσης

Αφού δημιουργηθεί η υποψία, ο νους αρχίζει να ψάχνει μόνο αποδείξεις που τη στηρίζουν. Παραβλέπει οτιδήποτε έρχεται σε αντίθεση με αυτή την εκδοχή. Αυτό το φαινόμενο το ονομάζουμε γνωστική προκατάληψη επιβεβαίωσης.

Και κάπως έτσι, αρχίζει το πιο επικίνδυνο κομμάτι: ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζεται πια ως πρόσωπο. Αντιμετωπίζεται ως «ρόλος». Αυτός που έφταιξε. Ο κακός της υπόθεσης. Δεν μας ενδιαφέρει πια τι λέει, τι ένιωσε, τι πέρασε. Μας ενδιαφέρει μόνο πώς θα επιβεβαιώσει την εικόνα που έχουμε ήδη φτιάξει. Το αληθινό του πρόσωπο χάνεται μέσα στην ανάγκη μας να έχουμε δίκιο.

  1. Η «κοινωνική έγκριση» του λιθοβολισμού

Στην ψηφιακή εποχή, ένα λιντσάρισμα μπορεί να ξεκινήσει με ένα μόνο post. Και να πάρει διαστάσεις μέσα σε λίγες ώρες. Ο λόγος; Οι άνθρωποι ακολουθούν τη μάζα.

Αν δουν ότι κάποιον τον κατηγορούν όλοι, συνήθως δεν σκέφτονται «μήπως κάνουμε λάθος;». Σκέφτονται «αφού το λένε τόσοι, μάλλον ισχύει». Η κρίση της πλειοψηφίας μετατρέπεται σε τεκμήριο ενοχής.

Και τότε, μπαίνουν στο χορό. Όχι από προσωπική πεποίθηση, αλλά για να νιώσουν μέλος. Είναι η βαθιά, σχεδόν αρχέγονη ανάγκη να ανήκουμε — έστω κι αν αυτό σημαίνει να συμμετέχουμε στην εξόντωση κάποιου. Όταν η επιδοκιμασία των άλλων γίνεται το νόμισμα της κοινωνικής αποδοχής, η αλήθεια μετατρέπεται σε θύμα και το λάθος αποκτά αξία.

  1. Όταν η κοινωνία καταργεί τη διαδικασία

Στο παρελθόν, η δικαιοσύνη είχε πρόσωπο, χρόνο και θεσμούς. Υπήρχε η αθωότητα μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Σήμερα, η δημόσια σφαίρα έχει αλλάξει.

Το like έγινε καταδίκη. Το share έγινε ετυμηγορία. Το σχόλιο έγινε δημόσιος λίθος.

Το πιο επικίνδυνο δεν είναι ότι κάποιοι φωνάζουν. Είναι ότι πολλοί σωπαίνουν και συναινούν. Ότι δεν απαιτείται πλέον στοιχείο, τεκμήριο ή διάλογος. Αρκεί μια κατηγορία, ένα δημοσίευμα, ένας τίτλος — και ο άνθρωπος παύει να είναι αθώος. Και αυτό, από μόνο του, είναι ένα κοινωνικό έγκλημα.

Όταν παρακάμπτεται η διαδικασία, δεν προστατεύεται κανείς. Ούτε οι θύτες. Ούτε τα θύματα. Ούτε η κοινωνία. Απλώς τροφοδοτείται μια μηχανή παραγωγής φόβου, ενοχής και διάλυσης. Και στο τέλος, όλοι χάνουμε κάτι από την αξιοπρέπειά μας.

  1. Η έξοδος από το λούκι

Όποιος βρεθεί στο στόχαστρο, περνά από βαθιά εσωτερική αναμέτρηση. Χάνει τη φωνή του, την αυτοπεποίθησή του, ακόμα και την ταυτότητά του.

Αλλά μέσα σε αυτή την καταιγίδα, υπάρχει και φως. Όχι γιατί οι άλλοι θα αποκαταστήσουν την αλήθεια — αλλά γιατί ο ίδιος θα την επαναδιεκδικήσει. Θα θυμηθεί ποιος είναι. Τι έκανε. Τι δεν έκανε. Και ποιοι έμειναν να τον κοιτούν στα μάτια χωρίς φόβο και χωρίς ενοχή.
Και εδώ βρίσκεται ο πιο αθόρυβος αλλά ισχυρός κρίκος της ανθρώπινης αντοχής: εκείνοι που στάθηκαν δίπλα του. Όχι με φωνές και αποδείξεις, αλλά με ένα βλέμμα, ένα διακριτικό μήνυμα, μια παρουσία που ψιθύριζε “είμαι εδώ”. Είναι αυτή η σιωπηλή αλληλεγγύη που λειτουργεί ως άγκυρα μέσα στον κυκλώνα. Που επιτρέπει στην αξιοπρέπεια να ξαναβρεί τη φωνή της.

Η έξοδος δεν είναι να πείσει τους πάντες. Είναι να μη χάσει τον εαυτό του. Να κρατήσει τον χαρακτήρα του, ακόμη κι όταν όλοι τον έχουν ξεγράψει. Να ξανασταθεί όρθιος όχι ως θύμα, αλλά ως άνθρωπος που επέλεξε να μη γίνει αυτό που του φόρεσαν. Εκεί γεννιέται η αληθινή δύναμη. Όχι η δύναμη της εκδίκησης, αλλά της επανόρθωσης.

Και αν κάποια στιγμή δεις έναν άνθρωπο να βρίσκεται στο στόχαστρο…

Σκέψου πριν σηκώσεις το χέρι.

Όχι για να πετάξεις πέτρα — αλλά για να ρωτήσεις: «Και αν ήμουν εγώ;»

Μέσα σε μια κοινωνία που βιάζεται να δικάσει, το πιο επαναστατικό πράγμα δεν είναι να μιλήσεις — είναι να σιωπήσεις συνειδητά και να παρατηρήσεις. Να μην πνιγείς από τη λαίλαπα της βεβαιότητας. Να μείνεις άνθρωπος.

Γιατί τελικά, η πιο γενναία στάση είναι να προστατεύεις την ανθρώπινη υπόσταση, ακόμη κι όταν όλοι την έχουν ξεγράψει.

Δεν χρειαζόμαστε άλλους δικαστές. Χρειαζόμαστε πιο πολλούς συνειδητούς παρατηρητές.
Και, όταν έρθει η ώρα, χρειαζόμαστε κάποιους που θα έχουν το θάρρος να πουν: “Εγώ δεν συμμετέχω στην εξόντωση. Συμμετέχω στην αλήθεια.”

Μπορεί να είσαι μόνος.

Αλλά θα είσαι ακέραιος.

Verified by MonsterInsights