Το δύσκολο δεν είναι μόνο ότι κάποιες δουλειές θα αλλάξουν ή θα χαθούν. Είναι ότι εκατομμύρια άνθρωποι θα χρειαστεί να περάσουν από έναν κόσμο που γνωρίζουν σε έναν καινούργιο, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα έχουν τις δεξιότητες, τον χρόνο ή την ψυχική αντοχή για να το κάνουν.

i-megali-proklisi-den-tha-einai-i-anergia-tha-einai-i-metavasi

Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας – Human Evolution Mentor in the AI Age

Όταν μιλάμε για την επίδραση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εργασία, η συζήτηση καταλήγει σχεδόν πάντα σε αριθμούς.

Πόσες θέσεις θα χαθούν; Πόσες καινούργιες θα δημιουργηθούν; Πόσο θα αυξηθεί ή θα μειωθεί η ανεργία;

Είναι σημαντικά ερωτήματα. Δεν είμαι όμως βέβαιος ότι περιγράφουν το δυσκολότερο μέρος αυτού που έρχεται.

Γιατί ακόμη κι αν, στο τέλος, η οικονομία δημιουργήσει τόσες νέες θέσεις όσες χαθούν — ή και περισσότερες — παραμένει ένα πρόβλημα που ένας συνολικός αριθμός δεν μπορεί να δείξει: οι άνθρωποι που χάνουν τις παλιές δουλειές δεν είναι απαραίτητα οι άνθρωποι που μπορούν να κάνουν τις καινούργιες.

Ανάμεσα στα δύο υπάρχει μια απόσταση.

Και αυτή η απόσταση είναι η μετάβαση.

Εκεί, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες προκλήσεις της εποχής της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Οι αριθμοί μπορούν να μας ξεγελάσουν

Ας φανταστούμε ένα καθαρά υποθετικό παράδειγμα.

Μέσα σε κάποια χρόνια χάνονται 500.000 θέσεις σε διοικητική υποστήριξη, βασική οικονομική επεξεργασία, εξυπηρέτηση πελατών και άλλες εργασίες γραφείου. Την ίδια περίοδο δημιουργούνται 500.000 νέες θέσεις σε κυβερνοασφάλεια, ενέργεια, υγεία, τεχνολογία και εξειδικευμένες υπηρεσίες.

Στατιστικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ισοζύγιο είναι μηδενικό.

Στην πραγματική ζωή, όμως, το πρόβλημα μπορεί να είναι τεράστιο.

Ο άνθρωπος που εργάστηκε είκοσι χρόνια σε μια διοικητική λειτουργία δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε ειδικό κυβερνοασφάλειας. Ούτε ο λογιστής, του οποίου ένα μέρος της καθημερινής δουλειάς αυτοματοποιείται, χρειάζεται ξαφνικά να γίνει μηχανικός ΤΝ.

Χρειάζεται όμως να βρει έναν νέο τρόπο να χρησιμοποιεί όσα γνωρίζει και να δημιουργεί αξία μέσα σε μια αγορά που αλλάζει.

Και αυτό δεν είναι απλώς θέμα εκπαίδευσης. Είναι θέμα χρόνου, οικονομικής δυνατότητας, οικογενειακών υποχρεώσεων, πρόσβασης σε πραγματικές ευκαιρίες, αυτοπεποίθησης και, πολλές φορές, της δυνατότητας να δοκιμάσεις κάτι νέο χωρίς να ρισκάρεις ολόκληρη τη ζωή σου.

Το χάσμα δεξιοτήτων δεν είναι μελλοντικό πρόβλημα

Το World Economic Forum εκτιμά ότι έως το 2030 περίπου 59 στους 100 εργαζομένους θα χρειαστούν κάποια μορφή αναβάθμισης ή επανεκπαίδευσης δεξιοτήτων. Από αυτούς, ένα μέρος εκτιμάται ότι δεν θα έχει πρόσβαση στην εκπαίδευση που χρειάζεται. Την ίδια στιγμή, το 63% των εργοδοτών δηλώνει ότι το χάσμα δεξιοτήτων είναι ήδη το σημαντικότερο εμπόδιο στον μετασχηματισμό των επιχειρήσεών τους.

Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο που αξίζει να προσέξουμε.

Μπορούμε να έχουμε ταυτόχρονα ανθρώπους που δυσκολεύονται να βρουν δουλειά και επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να βρουν ανθρώπους.

Όχι επειδή δεν υπάρχουν θέσεις. Αλλά επειδή οι θέσεις που υπάρχουν και οι δυνατότητες που διαθέτουν οι άνθρωποι δεν συναντιούνται εύκολα.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να κάνει αυτή την απόσταση μεγαλύτερη, ακριβώς επειδή αλλάζει γρηγορότερα τα καθήκοντα μέσα στις δουλειές απ’ όσο αλλάζουν συνήθως τα εκπαιδευτικά συστήματα, οι οργανισμοί και οι ίδιοι οι άνθρωποι.

Δεν χρειάζεται να γίνουμε όλοι ειδικοί στην ΤΝ

Εδώ υπάρχει μια παρεξήγηση που ακούω συχνά. Όταν λέμε ότι πρέπει να προσαρμοστούμε στην εποχή της ΤΝ, εύκολα φανταζόμαστε ότι όλοι πρέπει να μάθουμε προγραμματισμό, machine learning ή κάποια άλλη εξειδικευμένη τεχνική.

Δεν είναι αυτό που δείχνουν τα δεδομένα.

Ο OECD επισημαίνει ότι λιγότερο από το 1% των εργαζομένων χρειάζεται προηγμένες δεξιότητες ΤΝ. Για τους περισσότερους, πολύ σημαντικότερες είναι οι βασικές ψηφιακές δεξιότητες, η ικανότητα να χρησιμοποιούν και να ερμηνεύουν δεδομένα, αλλά και ανθρώπινες ικανότητες όπως η επίλυση προβλημάτων, η δημιουργικότητα και η συνεργασία.

Μια κοινή μελέτη του 2026, στην οποία συμμετέχει και η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, πηγαίνει ακόμη πιο πέρα: περιγράφει την παιδεία γύρω από την ΤΝ, την προσαρμοστικότητα, την ανθεκτικότητα και την ανθρώπινη ικανότητα να παραμένει κανείς ενεργός φορέας των επιλογών του ως βασικά στοιχεία για την εποχή που έρχεται.

Με απλά λόγια, το ζητούμενο δεν είναι να μετατραπούμε όλοι σε τεχνικούς της ΤΝ.

Είναι να μπορούμε να εργαζόμαστε σε έναν κόσμο όπου η ΤΝ θα βρίσκεται όλο και περισσότερο δίπλα μας — χωρίς να χάνουμε την ικανότητα να καταλαβαίνουμε τι κάνουμε και γιατί.

Ένα σεμινάριο δεν είναι μετάβαση

Για δεκαετίες αντιμετωπίσαμε την επανεκπαίδευση περίπου σαν μια σύντομη γέφυρα: αλλάζει ένα επάγγελμα, ο εργαζόμενος παρακολουθεί ένα πρόγραμμα, μαθαίνει μια νέα δεξιότητα και επιστρέφει στην αγορά.

Αυτό το μοντέλο είχε περισσότερο νόημα όταν οι αλλαγές ήταν αργές και η νέα δεξιότητα μπορούσε να σε συνοδεύσει για πολλά χρόνια.

Τι γίνεται όμως όταν και αυτή η νέα δεξιότητα μπορεί να αλλάξει ξανά σε δύο ή τρία χρόνια;

Τι γίνεται όταν μέσα στην ίδια επαγγελματική ζωή χρειαστεί να επανασχεδιάσουμε αρκετές φορές τον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε;

Τότε η μάθηση δεν μπορεί να είναι ένα διάλειμμα ανάμεσα σε δύο σταθερές περιόδους εργασίας. Πρέπει να γίνει μέρος της ίδιας της επαγγελματικής ζωής.

Ο OECD μιλά ήδη για συνεχή αναβάθμιση και επανεκπαίδευση σε όλη τη διάρκεια της ζωής, με ευθύνη που δεν ανήκει μόνο στον εργαζόμενο αλλά μοιράζεται ανάμεσα σε επιχειρήσεις, εργαζομένους και κυβερνήσεις.

Και αυτή η τελευταία διάσταση είναι κρίσιμη.

Γιατί πολλές φορές μιλάμε για την προσαρμογή σαν να είναι μια ατομική ηθική υποχρέωση: «ο κόσμος αλλάζει, άρα πρέπει κι εσύ να αλλάξεις».

Μόνο που δεν αλλάζουν όλοι οι άνθρωποι από την ίδια αφετηρία και με τις ίδιες δυνατότητες.

Η μετάβαση έχει πραγματικό κόστος

Ένας άνθρωπος μπορεί να καταλαβαίνει απολύτως ότι χρειάζεται να μάθει κάτι νέο και παρ’ όλα αυτά να μην έχει τον χρόνο, τα χρήματα ή την ασφάλεια για να το κάνει.

Μπορεί να εργάζεται όλη μέρα. Να έχει παιδιά ή ανθρώπους που φροντίζει. Να μην ξέρει ποια εκπαίδευση αξίζει πραγματικά. Να μη βρίσκει μέσα στη δουλειά του χώρο για πειραματισμό. Ή να φοβάται ότι, αν αφήσει το γνωστό πριν έχει χτίσει το καινούργιο, δεν θα υπάρχει δίχτυ ασφαλείας.

Αυτή είναι η πλευρά της μετάβασης που χάνεται όταν τη μετατρέπουμε σε ένα απλό σύνθημα περί reskilling.

Η επανεκπαίδευση είναι απαραίτητη. Δεν αρκεί όμως να προσφέρεις ένα σεμινάριο και να θεωρείς ότι ο άνθρωπος μετακινήθηκε.

Χρειάζονται πραγματικές ευκαιρίες εφαρμογής, χρόνος για εξάσκηση, δυνατότητα να μεταφερθεί η προηγούμενη εμπειρία σε νέο πλαίσιο και, πολλές φορές, μια περίοδος όπου το παλιό και το καινούργιο συνυπάρχουν.

Χρειάζεται δηλαδή κάτι που θα ονόμαζα ικανότητα μετάβασης — όχι μόνο του ανθρώπου, αλλά και του συστήματος γύρω του.

Δεν μπορεί να είναι μόνο ευθύνη του εργαζομένου

Εδώ νομίζω ότι η συζήτηση πρέπει να γίνει πιο συστημική.

Ο εργαζόμενος έχει ευθύνη να παραμένει ανοιχτός στη μάθηση και να μην περιμένει παθητικά να αλλάξει πρώτα ολόκληρος ο κόσμος γύρω του.

Αλλά και η επιχείρηση έχει ευθύνη να μη χρησιμοποιεί την τεχνολογική αλλαγή μόνο ως εργαλείο μείωσης κόστους. Χρειάζεται να δημιουργεί διαδρομές εσωτερικής μάθησης, να δίνει χρόνο στους ανθρώπους να πειραματίζονται και να επανασχεδιάζει ρόλους πριν οι παλιοί καταστούν αδιέξοδοι.

Το εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται πιο ευέλικτες διαδρομές για ανθρώπους που δεν μπορούν να επιστρέψουν για τέσσερα χρόνια στο πανεπιστήμιο.

Και η πολιτεία χρειάζεται να σκεφτεί τι σημαίνει προστασία σε μια εποχή όπου η μετάβαση από έναν ρόλο σε έναν άλλο μπορεί να γίνει επαναλαμβανόμενο κομμάτι της ζωής.

Αν αφήσουμε όλο το βάρος στον άνθρωπο και ύστερα του πούμε «δεν προσαρμόστηκες αρκετά γρήγορα», θα έχουμε παρεξηγήσει τη φύση του προβλήματος.

Η πραγματική πρόκληση είναι να δημιουργήσουμε συνθήκες μέσα στις οποίες ο άνθρωπος μπορεί να αλλάζει χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να διακινδυνεύει τα πάντα.

Ίσως αυτή να είναι η νέα έννοια της ασφάλειας

Για πολλές γενιές η επαγγελματική ασφάλεια συνδέθηκε με μια σχετικά σταθερή δουλειά, έναν εργοδότη, ένα πτυχίο ή μια ειδικότητα με ζήτηση.

Δεν λέω ότι αυτά παύουν να έχουν αξία.

Αλλά αν οι ρόλοι και οι δεξιότητες αλλάζουν συχνότερα, ίσως χρειάζεται να προσθέσουμε κάτι ακόμη: την ικανότητα να περνάς από μια επαγγελματική πραγματικότητα στην επόμενη χωρίς να μηδενίζεις κάθε φορά όσα έχεις χτίσει.

Να μπορείς να αναγνωρίσεις τι από την εμπειρία σου παραμένει χρήσιμο, να μάθεις αυτό που λείπει και να δοκιμάσεις έναν νέο τρόπο εργασίας πριν η αλλαγή γίνει αναγκαστική.

Δεν είναι εύκολο. Και δεν γίνεται με τον ίδιο τρόπο για έναν 25χρονο, έναν 45χρονο ή έναν 60χρονο — σε αυτό θα επιστρέψουμε αργότερα.

Αλλά η ανάγκη είναι κοινή: σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς, δεν αρκεί να έχουμε μία φορά τις σωστές δεξιότητες. Χρειάζεται να μπορούμε να μετακινούμαστε όταν το περιβάλλον αλλάζει.

Και κάπου εδώ το ερώτημα μεγαλώνει.

Αν εμείς, ως ενήλικες, δυσκολευόμαστε να προσαρμοστούμε σε έναν κόσμο που ήδη γνωρίζαμε και που τώρα αλλάζει μπροστά μας, τι σημαίνει αυτό για ένα παιδί που ξεκινά τη ζωή του μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα;

Ίσως εκεί πρέπει να σταματήσουμε να ρωτάμε μόνο «σε ποιο επάγγελμα θα βρει δουλειά;» και να αρχίσουμε να ρωτάμε «τι άνθρωπο πρέπει να βοηθήσουμε να γίνει ώστε να μπορεί να βρίσκει τον δρόμο του μέσα στην αλλαγή;»

Στο επόμενο άρθρο: «Ποιον κόσμο κληροδοτούμε στα παιδιά μας;» — τι σημαίνει να μεγαλώνεις ένα παιδί σήμερα, όταν κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα ποιες δουλειές, ποιες δεξιότητες και ποια κοινωνική πραγματικότητα θα το περιμένουν όταν ενηλικιωθεί.

Πηγές

World Economic Forum, The Future of Jobs Report 2025, 7 January 2025.
World Economic Forum — The Future of Jobs Report 2025

OECD, AI and skills: What we know so far, OECD Publishing, 5 June 2026.
OECD — AI and skills: What we know so far

International Labour Organization (ILO) et al., Changing landscape of skills in the age of AI, 13 August 2026.
ILO — Changing landscape of skills in the age of AI

Facebook
X
LinkedIn
Telegram
WhatsApp
Email
Verified by MonsterInsights