
Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας, Mentor/L&B Coach
Υπάρχουν πρωινά που ο άνθρωπος σηκώνεται πριν ακόμη είναι έτοιμος. Κάθεται για λίγο στην άκρη του κρεβατιού, κοιτάζει το πάτωμα, ακούει το σπίτι ήσυχο και νιώθει πως χρειάζεται να μαζέψει δυνάμεις μόνο και μόνο για να ξεκινήσει. Δεν έχει πάντα μπροστά του κάτι θεαματικό. Έχει όμως εκείνο το σιωπηλό βάρος που δεν φαίνεται, αλλά τον τραβάει προς τα κάτω από μέσα, σαν να βαραίνει πρώτα η ψυχή και μετά το σώμα.
Εκείνες τις στιγμές ο άνθρωπος δεν ζητά θαύματα. Ζητά ένα εσωτερικό στήριγμα. Κάτι να τον κρατήσει να μη σωριαστεί από μέσα του.
Αυτό είναι, πολλές φορές, η ελπίδα.
Όχι όπως τη λέμε εύκολα. Όχι σαν μια ωραία λέξη που ακούγεται παρηγορητική. Η ελπίδα δεν είναι να λες στον εαυτό σου ότι όλα θα πάνε καλά ενώ μέσα σου ξέρεις πως τα πράγματα είναι δύσκολα. Δεν είναι άρνηση της πραγματικότητας. Δεν είναι ψυχολογικό μακιγιάζ. Είναι κάτι πολύ πιο ήσυχο και πολύ πιο δυνατό: η εσωτερική δύναμη που δεν αφήνει τον άνθρωπο να κοπεί από τη ζωή του, ακόμα κι όταν πονάει.
Η ελπίδα, πρώτα απ’ όλα, δεν αφήνει να κοπεί το νήμα που ενώνει τον άνθρωπο με το αύριο. Όταν μια δυσκολία κρατά καιρό, αρχίζει να μικραίνει ο εσωτερικός μας ορίζοντας. Ο άνθρωπος βλέπει μόνο αυτό που τον βαραίνει σήμερα και, σιγά σιγά, αρχίζει να πιστεύει πως αυτό είναι όλη η αλήθεια του. Εκεί ακριβώς λειτουργεί η ελπίδα σαν ψυχική δύναμη. Δεν εξαφανίζει το βάρος, αλλά δεν το αφήνει να απλωθεί πάνω σε όλη τη ζωή, σαν να μην υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από αυτό.
Δεύτερον, η ελπίδα δεν αφήνει τον άνθρωπο να παραιτηθεί εσωτερικά. Μπορεί να είναι κουρασμένος, να φοβάται, να μην ξέρει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, κι όμως να υπάρχει μέσα του κάτι που λέει χαμηλά: «μην τα παρατάς». Αυτό το χαμηλό, σχεδόν αθόρυβο «συνεχίζω» είναι πολλές φορές πιο δυνατό από κάθε μεγάλο λόγο. Γιατί η παραίτηση δεν αρχίζει όταν σταματούν οι δυνατότητες. Αρχίζει όταν ο άνθρωπος αρχίζει να αποσύρεται από τη ζωή του πριν ακόμη αλλάξει η πραγματικότητα.
Τρίτον, η ελπίδα δεν είναι παθητική αναμονή. Αυτό είναι ένα μπέρδεμα που το ζούμε συχνά. Άλλο να ελπίζω και άλλο να περιμένω ακίνητος να αλλάξει κάτι απ’ έξω. Η αληθινή ελπίδα έχει μέσα της συμμετοχή. Όχι απαραίτητα μεγάλα βήματα. Μικρές κινήσεις. Ένα τηλέφωνο που κάνω. Μια κουβέντα που ανοίγω. Ένα όριο που βάζω. Μια μικρή φροντίδα που δεν αρνούμαι στον εαυτό μου. Η ελπίδα δεν λέει «κάποια στιγμή ίσως». Λέει «σήμερα δεν θα αφήσω να σβήσει ό,τι ακόμη μέσα μου αναπνέει».
Τέταρτον, η ελπίδα φαίνεται στις πιο απλές στιγμές. Στο ότι ανοίγεις το παράθυρο. Στο ότι ετοιμάζεσαι, ενώ μέσα σου είσαι βαρύς. Στο ότι απαντάς σε έναν άνθρωπο που σε νοιάζεται. Στο ότι σηκώνεσαι για τη δουλειά σου, όχι επειδή είσαι καλά, αλλά επειδή δεν θέλεις να εγκαταλείψεις τη ζωή σου. Αυτές οι κινήσεις φαίνονται μικρές, αλλά είναι πολύ αποκαλυπτικές. Δείχνουν ότι υπάρχει ακόμα εσωτερικό φως. Ότι ο άνθρωπος δεν έχει κλείσει τελείως από μέσα του. Ότι, ακόμη και χαμηλά, υπάρχει ένα κομμάτι του που επιμένει να μένει παρόν.
Και πέμπτον, η ελπίδα δίνει κατεύθυνση. Δεν είναι μόνο συναίσθημα. Είναι στάση. Είναι ο τρόπος με τον οποίο στέκεσαι απέναντι στη δυσκολία χωρίς να της παραδίνεις όλη σου την ταυτότητα. Λες μέσα σου: «ναι, αυτό που ζω είναι δύσκολο· αλλά δεν είναι όλος μου ο εαυτός, δεν είναι όλη μου η ζωή, δεν είναι όλο το μέλλον μου». Αυτό δεν είναι αφέλεια. Είναι ψυχική ωριμότητα. Είναι ένας εσωτερικός τρόπος να μη δίνεις στη δυσκολία περισσότερο χώρο απ’ όσο της αναλογεί.
Εδώ χρειάζεται να ειπωθεί κάτι πολύ σημαντικό. Η ελπίδα δεν ακυρώνει τον πόνο. Δεν τον σβήνει, δεν τον μικραίνει τεχνητά, δεν προσποιείται ότι δεν υπάρχει. Αντίθετα, τον κοιτάζει καθαρά. Αναγνωρίζει τη δυσκολία, το βάρος, τη στεναχώρια, την αβεβαιότητα. Απλώς δεν επιτρέπει σε όλα αυτά να καταλάβουν ολόκληρο τον εσωτερικό χώρο του ανθρώπου. Ανοίγει μέσα του έναν χώρο αντοχής. Έναν εσωτερικό τόπο όπου μπορεί να σταθεί χωρίς να διαλύεται.
Και πολλές φορές αυτό είναι που κρατά τον άνθρωπο όρθιο. Όχι η λύση που δεν έχει έρθει ακόμα. Όχι η απάντηση που δεν έχει βρεθεί. Αλλά το ότι δεν έχει χαθεί η δυνατότητά του να συνεχίζει. Να αναπνέει μέσα στη δυσκολία χωρίς να γίνεται ο ίδιος η δυσκολία του. Να πονά, χωρίς να παραδίδει τον εσωτερικό του άξονα στον πόνο.
Η συστημική ματιά εδώ είναι πολύ ουσιαστική. Ο άνθρωπος δεν χάνει ή δεν κρατά την ελπίδα μόνος του, σαν να ζει σε κενό αέρος. Ζει μέσα σε σχέσεις, σε οικογένειες, σε εργασιακά περιβάλλοντα, σε κοινότητες, σε κλίματα καθημερινότητας. Ένα περιβάλλον που τον μειώνει, τον αποθαρρύνει ή τον αφήνει μόνο, μικραίνει τον ορίζοντά του. Σαν να του μαθαίνει κάθε μέρα, λίγο λίγο, πως δεν έχει λόγο να περιμένει τίποτα καλύτερο. Ένα περιβάλλον όμως που του θυμίζει ότι έχει θέση, ότι ακούγεται, ότι δεν είναι μόνος, μπορεί να προστατεύσει μέσα του κάτι πολύ κρίσιμο.
Γι’ αυτό η εσωτερική ανθεκτικότητα δεν είναι μόνο προσωπική υπόθεση. Είναι και σχεσιακή. Είναι και συστημική. Δεν φτάνει μόνο να ρωτήσει ο άνθρωπος «τι έχω μέσα μου;». Χρειάζεται να δει και «μέσα σε τι ζω;». Ποιοι άνθρωποι κρατούν λίγο φως ανοιχτό; Ποιοι τον αδειάζουν; Ποιο πλαίσιο του δίνει ανάσα και ποιο τον μαθαίνει σιγά σιγά να παραιτείται;
Ίσως, τελικά, η ελπίδα να μην έρχεται ποτέ θορυβωδώς. Δεν μπαίνει στη ζωή του ανθρώπου με μεγάλα λόγια. Έρχεται πιο χαμηλά. Σαν μια ήσυχη επιμονή που του θυμίζει ότι, ακόμη κι όταν όλα στενεύουν, δεν έχει τελειώσει μέσα του. Πως υπάρχει ακόμη ένα μικρό σημείο που αντιστέκεται στη διάλυση. Κι αυτό, πολλές φορές, είναι αρκετό για να ξανασταθεί.
Και ίσως αυτό να αξίζει να κρατήσουμε σήμερα:
Η ελπίδα δεν είναι φυγή από τη δυσκολία, αλλά η δύναμη να μη μένει ο άνθρωπος μέσα της ακίνητος.