
Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας, Mentor/L&B Coach
Υπάρχουν φορές που ο άνθρωπος ξέρει πολύ καλά ότι κάτι τον πιέζει, αλλά αργεί να το πει. Το έχει ήδη νιώσει μέσα του. Στην κούραση που μαζεύεται. Στην ενόχληση που επιστρέφει. Σε εκείνο το γνώριμο σφίξιμο που έρχεται όταν καταλαβαίνει πως, για άλλη μια φορά, πήγε πιο πέρα απ’ όσο άντεχε. Κι όμως, αντί να μιλήσει εκείνη τη στιγμή, κάνει πίσω. Λίγο για να μη χαλάσει το κλίμα, λίγο για να μη φανεί απότομος, λίγο γιατί ελπίζει πως ίσως περάσει από μόνο του. Συνήθως δεν περνά.
Κάπως έτσι αρχίζει να χάνεται η θέση του ανθρώπου μέσα στις σχέσεις. Όχι με ένα μεγάλο γεγονός, αλλά με μικρές επαναλαμβανόμενες υποχωρήσεις που εξωτερικά μοιάζουν ασήμαντες και εσωτερικά αφήνουν βάρος.
Οι περισσότεροι δεν δυσκολεύονται να βάλουν όρια επειδή δεν καταλαβαίνουν τι νιώθουν. Το καταλαβαίνουν. Δυσκολεύονται επειδή φοβούνται αυτό που μπορεί να ακολουθήσει. Μια δυσαρέσκεια. Μια παρεξήγηση. Ένα βλέμμα που αλλάζει. Η αίσθηση ότι από καλοί και συνεργάσιμοι θα φανούν ξαφνικά σκληροί ή αχάριστοι. Για αρκετούς ανθρώπους, το «όχι» δεν είναι απλώς μια λέξη. Είναι ένα εσωτερικό ρίσκο.
Πίσω από αυτό το ρίσκο υπάρχει συνήθως μια παλιά εκπαίδευση. Κάποιοι έμαθαν ότι η ηρεμία κρατιέται όταν δεν φέρνεις αντίσταση. Ότι οι σχέσεις διατηρούνται όταν προσαρμόζεσαι λίγο περισσότερο. Ότι για να μείνουν όλοι καλά, κάποιος πρέπει να μικρύνει λίγο τον εαυτό του. Και πολύ συχνά αυτόν τον ρόλο τον αναλαμβάνουν οι ίδιοι άνθρωποι ξανά και ξανά, μέχρι που κάποια στιγμή δεν ξέρουν πια αν σωπαίνουν από επιλογή ή από συνήθεια.
Έτσι δημιουργείται ένας τρόπος να υπάρχεις μέσα στις σχέσεις: λες πιο σπάνια αυτό που χρειάζεσαι, αργείς να δείξεις τι σε πιέζει, προσπαθείς να αντέξεις λίγο ακόμη. Από έξω μπορεί να φαίνεσαι ήρεμος. Από μέσα, όμως, κάτι μαζεύεται. Μερικές φορές βγαίνει ως ένταση. Άλλες ως απόσταση. Άλλες φορές δεν βγαίνει καθόλου και γίνεται μια σιωπηλή φθορά που αλλάζει λίγο λίγο τον τρόπο που είσαι με τους άλλους.
Εδώ χρειάζεται να ξεχωρίσουμε κάτι βασικό. Το όριο δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη σύγκρουση. Και δεν είναι το ίδιο πράγμα με την απόσυρση.
Η σύγκρουση συνήθως κουβαλά ένταση, φόρτιση, την ανάγκη να επιβληθεί κάτι. Η απόσυρση μπορεί να φαίνεται πιο ήσυχη, αλλά πολλές φορές είναι ένας τρόπος να φύγει κανείς εσωτερικά από μια κατάσταση που δεν αντέχει να αντιμετωπίσει. Το όριο είναι κάτι διαφορετικό. Είναι μια καθαρή θέση. Δεν χρειάζεται να φωνάξει για να υπάρξει. Δεν χρειάζεται να παγώσει. Δεν προσπαθεί να νικήσει κανέναν.
Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι το μπερδεύουν. Νομίζουν ότι αν μιλήσουν καθαρά θα φτάσουν αναπόφευκτα σε σύγκρουση. Ή, από την άλλη, κλείνονται, απομακρύνονται, παγώνουν τη σχέση και λένε πως «έβαλαν όριο», ενώ στην πραγματικότητα απλώς έφυγαν από τη θέση τους χωρίς να την εκφράσουν. Το πραγματικό όριο δεν είναι ούτε ξέσπασμα ούτε εξαφάνιση. Είναι ο τρόπος με τον οποίο λες μέχρι πού μπορείς να φτάσεις χωρίς να παραβιάζεις τον εαυτό σου.
Και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Γιατί το καθαρό όριο αγγίζει σχεδόν πάντα την ενοχή.
Ένας άνθρωπος μπορεί να ξέρει πολύ καλά τι τον φθείρει και παρ’ όλα αυτά να μην το λέει. Όχι επειδή δεν έχει σαφήνεια, αλλά επειδή μέσα του ενεργοποιείται η αγωνία ότι θα στενοχωρήσει, ότι θα απογοητεύσει, ότι θα φανεί λιγότερο διαθέσιμος, λιγότερο γενναιόδωρος, λιγότερο καλός. Για αρκετούς, το να κρατούν τη θέση τους μοιάζει σχεδόν με εγωισμό, ενώ η συνεχής υποχώρηση μοιάζει με καλοσύνη. Μόνο που αυτή η εικόνα μπερδεύει τα πράγματα.
Δεν είναι το όριο που φθείρει μια σχέση. Συνήθως αυτό που τη φθείρει είναι ότι αργεί πολύ να εμφανιστεί.
Όταν ο άνθρωπος λέει διαρκώς «εντάξει» ενώ μέσα του δεν είναι εντάξει, η σχέση μπορεί να μοιάζει ήρεμη, αλλά από κάτω αρχίζει να μαζεύει κούραση, πίκρα, ανείπωτο θυμό. Κάποια στιγμή αυτό βγαίνει, και συνήθως βγαίνει άτσαλα. Είτε ως ξέσπασμα που μοιάζει δυσανάλογο είτε ως απομάκρυνση που ξαφνιάζει τον άλλον. Στην πραγματικότητα, τίποτε από αυτά δεν είναι ξαφνικό. Έχουν προηγηθεί πολλές μικρές στιγμές όπου ο άνθρωπος δεν κράτησε τη θέση του την ώρα που έπρεπε.
Το δύσκολο είναι αλλού: στο πώς θα τη κρατήσει χωρίς να πνιγεί από την παλιά του ενοχή.
Εκεί χρειάζεται μια βαθύτερη μετατόπιση. Να αρχίσει να βλέπει πως το να υπερασπίζεται αυτό που νιώθει δεν είναι επίθεση προς τον άλλον. Είναι ένας τρόπος να μη στρέφεται συνεχώς εναντίον του εαυτού του. Είναι σεβασμός προς κάτι αληθινό που συμβαίνει μέσα του. Και ο σεβασμός αυτός δεν χρειάζεται ούτε σκληρότητα ούτε θεατρικές δηλώσεις. Χρειάζεται καθαρότητα.
Αυτή η καθαρότητα έχει και κόστος. Γιατί όταν ένας άνθρωπος δεν ανταποκρίνεται πια με τον παλιό, βολικό τρόπο, δημιουργείται συχνά μια αμηχανία. Ο άλλος μπορεί να ξαφνιαστεί. Μπορεί να ενοχληθεί. Μπορεί να μην αναγνωρίσει αμέσως αυτό το νέο σχήμα της σχέσης. Εκεί πολλοί επιστρέφουν γρήγορα στην παλιά υποχώρηση, όχι γιατί δεν κατάλαβαν, αλλά γιατί το βάρος αυτής της μεταβατικής στιγμής τους φαίνεται μεγάλο.
Κι όμως, ακριβώς εκεί αρχίζει να παίρνει μορφή η διεκδίκηση.
Η διεκδίκηση δεν είναι απαίτηση. Δεν είναι πίεση για να γίνει το δικό μας. Είναι η δυνατότητα να εκφράζουμε καθαρά αυτό που έχουμε ανάγκη, αυτό που θεωρούμε δίκαιο, αυτό που δεν μπορούμε πια να κουβαλάμε σιωπηλά. Δεν χρειάζεται να μικρύνει τον άλλον για να σταθεί. Χρειάζεται μόνο να μην μικραίνουμε εμείς τον εαυτό μας.
Γι’ αυτό και η διεκδίκηση, όταν είναι ώριμη, είναι μια μορφή ελευθερίας. Ο άνθρωπος παύει να ζει μόνο αντέχοντας ή μόνο αντιδρώντας. Δεν περιμένει να γεμίσει για να ξεσπάσει, ούτε αποσύρεται για να σωθεί προσωρινά. Μπαίνει πιο καθαρά μέσα στη ζωή του και μέσα στις σχέσεις του.
Η ελευθερία στις σχέσεις δεν σημαίνει ότι δεν σε αγγίζουν οι άλλοι. Σημαίνει ότι δεν παραδίνεις τόσο εύκολα τη θέση σου για να διατηρηθεί η εξωτερική ηρεμία. Σημαίνει ότι μπορείς να αγαπάς και ταυτόχρονα να λες μέχρι εδώ. Να συνεργάζεσαι χωρίς να ακυρώνεσαι. Να μένεις κοντά χωρίς να μικραίνεις κάθε φορά τον εαυτό σου για να χωρέσει πιο άνετα ο άλλος. Αυτό δεν είναι σκληρότητα. Είναι αξιοπρέπεια.
Και βέβαια όλα αυτά δεν συμβαίνουν σε κενό. Συμβαίνουν μέσα σε σχέσεις που έχουν ιστορία. Σε οικογένειες, σε δουλειές, σε δεσμούς όπου οι ρόλοι έχουν ήδη παγιωθεί. Κάποιος είναι ο βολικός, κάποιος ο διαθέσιμος, κάποιος εκείνος που καταλαβαίνει πάντα, κάποιος εκείνος που δεν φέρνει αντίρρηση για να μη χαλάσει το κλίμα. Όταν ένας άνθρωπος αρχίζει να κρατά λίγο περισσότερο τη θέση του, δεν αλλάζει μόνο ο τρόπος που μιλά. Αλλάζει και κάτι στο σύστημα που τον είχε συνηθίσει διαφορετικά.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο δύσκολο. Όχι να πεις ένα «όχι», αλλά να μείνεις εκεί αφού το είπες. Να μην το πάρεις αμέσως πίσω από ενοχή. Να δεχτείς ότι κάποια πράγματα στις σχέσεις σου θα χρειαστεί να ξαναβρούν ισορροπία. Να δεις ότι η αποδοχή που βασιζόταν μόνο στη διαρκή σου υποχώρηση δεν ήταν τόσο καθαρή όσο φαινόταν.
Το να υπερασπίζεται ο άνθρωπος τον εαυτό του δεν είναι κάτι θορυβώδες. Τις περισσότερες φορές είναι μια ήρεμη αλλά σταθερή απόφαση να μη εγκαταλείπει συνεχώς αυτό που νιώθει, αυτό που χρειάζεται, αυτό που οφείλει να προστατεύσει μέσα του.
Γιατί ο άνθρωπος γίνεται πιο ελεύθερος όταν μπορεί να κρατά τη θέση του με καθαρότητα και αξιοπρέπεια. Όχι για να απομακρυνθεί από τους άλλους, αλλά για να μπορεί να βρίσκεται πιο αληθινά μέσα στις σχέσεις του.
Η αυτοϋπεράσπιση δεν είναι επίθεση. Είναι ένας τρόπος να μην χάνει κανείς τον εαυτό του.