
Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας, Mentor/L&B Coach
Έχουμε συνηθίσει να λέμε πως χρειαζόμαστε σταθερότητα, και συνήθως με αυτό εννοούμε να μένουμε ίδιοι. Να ξυπνάμε με την ίδια ενέργεια, να αντέχουμε την ίδια ένταση, να είμαστε το ίδιο διαθέσιμοι, σαν να είναι κάθε μέρα μια επανάληψη της προηγούμενης. Μόνο που η ζωή δεν κινείται έτσι. Το σώμα αλλάζει ρυθμό. Η διάθεση αλλάζει χρώμα. Η ενέργεια ανοίγει, μαζεύει, πέφτει, ξανασηκώνεται. Κι όμως, πολλές φορές ζητάμε από τον εαυτό μας να συνεχίσει σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ίδιο πρόγραμμα, ίδια ταχύτητα, ίδια κοινωνικότητα, ακόμη κι όταν μέσα μας το τοπίο έχει αλλάξει. Ίσως όμως η σταθερότητα να μην είναι αυτό. Ίσως να είναι να ξέρεις να μετακινείσαι χωρίς να χάνεσαι. Να αλλάζεις ρυθμό χωρίς να νιώθεις ότι διαλύεσαι. Εκεί αρχίζει και η εποχικότητα — όχι σαν ιδέα, ούτε σαν μια ακόμη “σωστή” θεωρία ζωής, αλλά σαν μια πρακτική συμφωνία με τη φύση του ανθρώπου.
Η εποχικότητα δεν αφορά μόνο τον καιρό ή τις αλλαγές της φύσης έξω από εμάς. Αφορά και το πώς κινούμαστε εμείς οι ίδιοι μέσα στον χρόνο. Υπάρχουν περίοδοι που ανοίγουμε. Έχουμε περισσότερη όρεξη, περισσότερη κίνηση, μια φυσική τάση προς τα έξω. Θέλουμε να βγούμε, να μιλήσουμε, να ξεκινήσουμε, να δημιουργήσουμε. Υπάρχουν όμως και περίοδοι που μαζεύουμε. Που θέλουμε ησυχία, λιγότερα ερεθίσματα, περισσότερη τάξη, έναν εσωτερικό καθαρισμό. Και υπάρχουν και στιγμές που δεν χρειάζεται ούτε άνοιγμα ούτε συμμάζεμα. Χρειάζεται ανάπαυση. Αυτό φαίνεται συχνά απλά: στη βαριά σκέψη, στην ευερεθιστότητα, στο σώμα που δεν συνεργάζεται εύκολα, σ’ εκείνη την αίσθηση ότι όλα σε κουράζουν λίγο πιο γρήγορα. Οι εποχές δεν αλλάζουν μόνο έξω. Αλλάζουν και μέσα. Και όταν δεν το αναγνωρίζουμε, συνήθως βάζουμε και λάθος όρια. Λέμε “ναι” ενώ δεν χωράμε. Πιέζουμε τον εαυτό μας να είναι διαθέσιμος ενώ ζητά χώρο. Ή αποσυρόμαστε απότομα, όχι γιατί θέλουμε πραγματικά να κλείσουμε, αλλά γιατί καθυστερήσαμε να ακούσουμε τι χρειαζόμασταν.
Αν το δεις πιο καθαρά, η ζωή κινείται συνήθως πάνω σε δύο βασικές μετακινήσεις. Η πρώτη είναι το άνοιγμα και το μάζεμα. Το άνοιγμα έχει μέσα του εξωστρέφεια, επέκταση, κοινωνικότητα, δημιουργία, την κίνηση προς τα έξω. Το μάζεμα έχει συγκέντρωση, καθάρισμα, φροντίδα, εσωτερική τάξη, ένα συμμάζεμα του περιττού. Η δεύτερη μετακίνηση είναι η δράση και η ανάπαυση. Η δράση έχει πρωτοβουλία, χτίσιμο, εκκίνηση, ώθηση. Η ανάπαυση έχει αφομοίωση, παύση, ανασύνταξη, λίγο χώρο για να καθίσει αυτό που έχει προηγηθεί.
Το σημαντικό είναι ότι τίποτα από αυτά δεν είναι “καλό” ή “κακό”. Είναι λειτουργικό. Άλλοτε χρειάζεται να ανοίξεις και άλλοτε να μαζέψεις. Άλλοτε να προχωρήσεις και άλλοτε να σταματήσεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν πας κόντρα στο σημείο που βρίσκεσαι. Όταν, για παράδειγμα, ζητάς από τον εαυτό σου δράση ενώ μέσα σου χρειάζεται ανάπαυση. Ή όταν μένεις σε κλείσιμο ενώ έχει φτάσει η στιγμή να βγεις λίγο προς τα έξω. Η αρμονία δεν είναι να είσαι πάντα καλά. Είναι να βρίσκεσαι, όσο γίνεται, στον σωστό ρυθμό για αυτό που ζεις.
Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά και στις σχέσεις. Όταν δεν είσαι σε συμφωνία με την εποχή σου, το πληρώνει πρώτα η επαφή με τους άλλους. Γίνεσαι πιο απότομος χωρίς να το θέλεις. Εξαφανίζεσαι γιατί δεν έβαλες όριο νωρίτερα. Λες “ναι” εκεί που δεν χωρούσες και μετά θυμώνεις. Όχι πάντα με τον άλλον. Συχνά με τον εαυτό σου.
Όταν όμως έχεις λίγη περισσότερη επαφή με τον ρυθμό σου, αλλάζει και ο τρόπος που σχετίζεσαι. Η διαθεσιμότητα γίνεται πιο καθαρή. Το μέτρο δεν μοιάζει με στέρηση, αλλά με ακρίβεια. Τα όρια δεν βγαίνουν σαν επίθεση, βγαίνουν σαν πληροφορία. Μπορείς να πεις, χωρίς ενοχή και χωρίς υπερεξήγηση: «Σήμερα είμαι σε φάση μαζέματος — θέλω πιο ήσυχα». Ή: «Μπορώ αυτό, δεν χωρά αυτό». Κι αυτή η καθαρότητα ανακουφίζει και εσένα και τον άλλον. Γιατί η εποχικότητα δεν βελτιώνει μόνο την ενέργεια. Βελτιώνει και την επικοινωνία.
Στην πράξη, δεν χρειάζεται να αλλάξεις τη ζωή σου από την αρχή για να μπεις σε πιο βιώσιμο ρυθμό. Χρειάζονται συνήθως μικρές προσαρμογές που μπορούν να αντέξουν. Η πρώτη είναι μια μικρή αφαίρεση. Κάτι ένα λιγότερο. Ένα ραντεβού, μια περιττή υποχρέωση, λίγη ακόμη οθόνη που σε κρατά ανοιχτό ενώ έχεις ήδη κουραστεί. Το μέτρο συχνά αρχίζει από αυτό που αφαιρείς. Η δεύτερη είναι μια μικρή παύση σε μεταβατικό σημείο. Δέκα λεπτά ανάμεσα στη δουλειά και το σπίτι. Πριν μπεις σε μια συζήτηση. Πριν απαντήσεις βιαστικά. Πριν κοιμηθείς. Η παύση δεν είναι κενό. Είναι μετάβαση. Και η τρίτη είναι ένα μικρό μοτίβο εβδομάδας. Δύο μέρες με περισσότερη ένταση, μία μέρα πιο χαμηλά. Ή τρεις και μία. Όχι σαν στρατιωτικό πρόγραμμα. Σαν ρυθμός. Δεν φτιάχνεις τέλεια οργάνωση. Φτιάχνεις ένα πλαίσιο που να μη σε εξαντλεί.
Όταν αρνείσαι τη μετάβαση, αρχίζει να συσσωρεύεται πίεση. Στο σώμα, που σφίγγει πιο εύκολα. Στη σκέψη, που γίνεται πιο θολή ή πιο κοφτή. Στις σχέσεις, που φορτώνονται βάρος που δεν τους αναλογεί. Η εποχικότητα λειτουργεί σαν ένας ήσυχος τρόπος αποσυμπίεσης. Σου επιτρέπει να αλλάξεις ρυθμό πριν φτάσεις στο σημείο να σπάσεις. Και όταν πέφτει αυτή η πίεση, αλλάζουν και οι επιλογές. Τι δίνεις. Τι κρατάς. Τι αφήνεις. Πώς μιλάς. Πότε προχωράς και πότε κάνεις λίγο πίσω.
Για αυτή την εβδομάδα, ίσως δεν χρειάζεσαι έναν ακόμη στόχο. Ίσως χρειάζεσαι έναν ρυθμό. Μπορεί να είναι μια εβδομάδα μαζέματος — λίγο λιγότερα, λίγο πιο καθαρά. Μπορεί να είναι μια εβδομάδα ανοίγματος — μία ή δύο πρωτοβουλίες που πράγματι χωρούν. Μπορεί να είναι μια εβδομάδα ανάπαυσης — με λίγο περισσότερη προστασία στον ύπνο, στις παύσεις, στις μεταβάσεις. Διάλεξε έναν ρυθμό, όχι έναν στόχο. Και δες τι αλλάζει όταν σταματήσεις να ζητάς από τον εαυτό σου να βρίσκεται πάντα στην ίδια εποχή.
Όταν κινείσαι με τον ρυθμό της φύσης, η ζωή ησυχάζει.