
Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας, Mentor/L&B Coach
Η πτήση έχασε τη σύνδεση.
Δύο φίλοι βρέθηκαν να κάθονται για τέσσερις ώρες σε ένα μικρό αεροδρόμιο της επαρχίας, με κλειστά μαγαζιά, λίγες άδειες καρέκλες και ένα μηχάνημα καφέ που δούλευε μόνο όταν ήθελε.
Στην αρχή αγανάκτησαν. Κοίταξαν τα κινητά τους, έψαξαν εναλλακτικές, ρώτησαν στο γκισέ, ξαναρώτησαν, πήραν την ίδια απάντηση με διαφορετικές λέξεις. Μετά ήρθε η σιωπή της αναμονής. Εκείνη η σιωπή που δεν είναι ηρεμία, αλλά κούραση.
Κάποια στιγμή, ο ένας σηκώθηκε να πάρει καφέ. Πάτησε κουμπιά, περίμενε, χτύπησε ελαφρά το μηχάνημα, ξαναπάτησε. Για πέμπτη φορά προσπάθησε να βγάλει espresso και το ποτήρι γέμισε ζεστό νερό.
Τότε άρχισαν να γελούν.
Στην αρχή λίγο. Μετά περισσότερο. Όχι επειδή λύθηκε κάτι. Η πτήση δεν έγινε νωρίτερα. Το αεροδρόμιο δεν έγινε πιο άνετο. Το μηχάνημα δεν αποφάσισε ξαφνικά να συνεργαστεί.
Το γεγονός ήταν το ίδιο.
Η σχέση τους με αυτό άλλαξε.
Αυτό είναι το παράξενο δώρο του γέλιου. Δεν εξαφανίζει την πραγματικότητα. Δεν ακυρώνει την ταλαιπωρία. Δεν κάνει το δύσκολο εύκολο. Αλλά ανοίγει λίγο χώρο μέσα του. Σαν να παίρνεις απόσταση από κάτι που μέχρι πριν από λίγο σε είχε καταπιεί.
Το γέλιο μοιάζει μικρό, σχεδόν τυχαίο. Κι όμως, το σώμα το αναγνωρίζει αμέσως. Η αναπνοή αλλάζει. Οι ώμοι πέφτουν λίγο. Το πρόσωπο μαλακώνει. Οι μύες αφήνουν ένα μέρος από το σφίξιμο που κουβαλούσαν. Κάτι μέσα σου ξεμπλοκάρει.
Δεν χρειάζεται πάντα να ξέρεις τη βιοχημεία του γέλιου για να καταλάβεις τι κάνει. Το νιώθεις μετά από ένα αληθινό γέλιο. Εκείνο που σε αφήνει για λίγο χωρίς ανάσα. Εκείνο που σε κάνει να σκουπίσεις τα μάτια σου. Εκείνο που δεν αλλάζει την κατάσταση, αλλά αλλάζει τον τρόπο που στέκεσαι μέσα της.
Γι’ αυτό το χιούμορ δεν είναι επιπολαιότητα. Ιδίως όταν η ζωή δυσκολεύει.
Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν βαριά πράγματα και, παρ’ όλα αυτά, διατηρούν μια μικρή δυνατότητα να γελούν. Όχι επειδή δεν καταλαβαίνουν τη σοβαρότητα. Όχι επειδή αρνούνται τον πόνο. Αλλά επειδή το χιούμορ τούς δίνει μια ανάσα. Μια μικρή εσωτερική απόσταση. Έναν τρόπο να μη γίνουν ένα με τη δυσκολία.
Το να μπορείς να βρεις κάτι ανθρώπινα αστείο σε μια δύσκολη στιγμή σημαίνει ότι η στιγμή δεν σε έχει καταπιεί ολόκληρο. Τη βλέπεις ακόμη. Τη νιώθεις. Αλλά δεν χάνεσαι πλήρως μέσα της.
Και αυτή η απόσταση, κάποιες φορές, είναι αρκετή για να συνεχίσεις.
Ζούμε, όμως, σε μια καθημερινότητα που μας μαθαίνει να είμαστε διαρκώς σοβαροί. Διαρκώς διαθέσιμοι. Παραγωγικοί. Συγκεντρωμένοι. Προσεκτικοί. Σαν το γέλιο να είναι διακοπή από τα σημαντικά. Σαν να δικαιούμαστε να γελάσουμε μόνο όταν όλα είναι τακτοποιημένα.
Αλλά η ζωή σπάνια τακτοποιείται ολόκληρη.
Πάντα κάτι μένει ανοιχτό. Μια υποχρέωση, μια αγωνία, μια εκκρεμότητα, μια ένταση. Αν περιμένουμε να λυθούν όλα για να γελάσουμε, τότε το γέλιο μεταφέρεται συνεχώς για αργότερα. Και μαζί του μεταφέρεται και ένα κομμάτι ελαφρότητας που το έχουμε ανάγκη τώρα.
Το γέλιο δεν αναιρεί τη σοβαρότητα. Μας προστατεύει από το να γίνουμε σκληροί μέσα σε αυτήν.
Το ίδιο ισχύει και στις σχέσεις. Οι άνθρωποι που γελούν μαζί δεν είναι άνθρωποι που δεν δυσκολεύονται. Είναι άνθρωποι που έχουν έναν τρόπο να επιστρέφουν ο ένας στον άλλον μετά τη δυσκολία. Ένα κοινό αστείο, μια ανάμνηση, μια φράση που αρκεί για να σπάσει λίγο η ένταση.
«Θυμάσαι τότε που…»
Και ξαφνικά κάτι αλλάζει στον αέρα. Όχι επειδή λύθηκε η σύγκρουση. Αλλά επειδή θυμήθηκαν ότι δεν είναι μόνο το πρόβλημα. Είναι και η κοινή τους ιστορία. Είναι και οι στιγμές που γέλασαν. Είναι και το απόθεμα χαράς που έχουν φτιάξει χωρίς να το ονομάσουν έτσι.
Βέβαια, δεν είναι κάθε χιούμορ θεραπευτικό. Υπάρχει χιούμορ που ενώνει και χιούμορ που πληγώνει. Υπάρχει αστείο που σε κάνει να λες «ναι, αυτό είμαστε όλοι» και αστείο που αφήνει κάποιον απ’ έξω. Υπάρχει αυτοσαρκασμός που μαλακώνει την ένταση και ειρωνεία που μικραίνει τον άλλον.
Η διαφορά φαίνεται στο σώμα των ανθρώπων γύρω σου. Στο αν ανοίγουν ή κλείνουν. Στο αν γελούν ελεύθερα ή γελούν για να μη χαλάσουν την ατμόσφαιρα. Στο αν μετά το αστείο νιώθουν πιο κοντά ή λίγο πιο μόνοι.
Το γέλιο που αξίζει δεν είναι αυτό που πατά πάνω σε κάποιον. Είναι αυτό που αφήνει χώρο σε όλους να αναπνεύσουν.
Ίσως γι’ αυτό χρειαζόμαστε το γέλιο περισσότερο απ’ όσο παραδεχόμαστε. Όχι για να ξεφύγουμε από τη ζωή. Αλλά για να την αντέξουμε χωρίς να χάσουμε την τρυφερότητά μας.
Ο άνθρωπος που έχει χάσει τη δυνατότητα να γελά δεν έχει χάσει απλώς μια διασκέδαση. Έχει χάσει έναν από τους πιο ανθρώπινους τρόπους επεξεργασίας της ζωής.
Γι’ αυτό αξίζει να ρωτήσεις τον εαυτό σου:
Πότε γέλασες τελευταία φορά με την καρδιά σου;
Όχι ευγενικά. Όχι τυπικά. Όχι με ένα μικρό χαμόγελο στην άκρη των χειλιών. Αλλά με εκείνο το γέλιο που σε αφήνει για λίγο χωρίς έλεγχο. Που σε κάνει να ξεχάσεις τον ρόλο σου. Που σε επιστρέφει, έστω για λίγα δευτερόλεπτα, σε κάτι πιο ζωντανό μέσα σου.
Αν δυσκολεύεσαι να θυμηθείς, αυτό δεν είναι κατηγορία.
Είναι μια ένδειξη.
Ίσως χρειάζεται να αφήσεις λίγο περισσότερο χώρο στη μέρα σου για κάτι που δεν αποδίδει, δεν οργανώνει, δεν λύνει.
Μόνο σε μαλακώνει.
Και μερικές φορές, αυτό είναι αρκετό.
«Το γέλιο δεν είναι διακοπή από τα σοβαρά — είναι ένας τρόπος να αντέχεις χωρίς να σκληραίνεις.»