
Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας, Mentor/L&B Coach
Ήταν μια μικρή, σχεδόν αδιάφορη στιγμή.
Δύο άνθρωποι μπήκαν μαζί στο ασανσέρ. Ο ένας βιαστικός, με το βλέμμα μισό στο κινητό και μισό στην επόμενη υποχρέωση. Ο άλλος κουρασμένος, από εκείνη την ήσυχη κούραση που δεν φαίνεται εύκολα απ’ έξω. Για λίγα δευτερόλεπτα στάθηκαν δίπλα-δίπλα χωρίς να υπάρχει τίποτα που να τους ενώνει πραγματικά. Κι ύστερα κάποιος είπε κάτι απλό. Μια κουβέντα για τον καιρό, για τη ζέστη, για τη μέρα που μόλις άρχιζε. Ο άλλος σήκωσε το βλέμμα. Χαμογέλασε. Αντάλλαξαν δυο μικρές φράσεις και βγήκαν σε διαφορετικούς ορόφους.
Δεν έγινε κάτι μεγάλο.
Κι όμως, και οι δύο συνέχισαν τη μέρα τους λίγο διαφορετικά. Σαν να είχε μπει λίγη ζεστασιά εκεί που πριν υπήρχε μόνο λειτουργία. Σαν να είχε θυμηθεί για μια στιγμή ο καθένας ότι δεν είναι μόνος του μέσα στον ρυθμό της ημέρας.
Αυτό κάνει η αληθινή επικοινωνία. Δεν μεταφέρει μόνο λόγια. Μετακινεί το κλίμα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.
Υπάρχει η επικοινωνία που εξυπηρετεί τη λειτουργία της ζωής. Πληροφορίες, οδηγίες, συνεννοήσεις, διευκρινίσεις. Είναι αναγκαία. Χωρίς αυτήν, η καθημερινότητα μπλοκάρει. Αλλά υπάρχει και μια άλλη μορφή επικοινωνίας, πιο αθόρυβη και πιο βαθιά. Εκείνη που δεν τελειώνει στο τι ειπώθηκε, αλλά αφήνει πίσω της την αίσθηση ότι ο άλλος με συνάντησε πραγματικά.
Οι περισσότερες σχέσεις δεν φθείρονται επειδή λείπουν εντελώς τα λόγια. Φθείρονται επειδή λείπει η παρουσία μέσα στα λόγια. Μιλάμε, αλλά δεν φτάνουμε. Απαντάμε, αλλά δεν συναντάμε. Η κουβέντα γίνεται, όμως κάτι ουσιαστικό μένει απ’ έξω: το βίωμα ότι κάποιος στάθηκε για λίγο και μας άκουσε χωρίς να βιάζεται να τελειώσει.
Και εκεί αρχίζει η διαφορά ανάμεσα στην επικοινωνία που απλώς κυκλοφορεί και στην επικοινωνία που χτίζει δεσμό.
Η ακρόαση είναι ίσως το πιο παρεξηγημένο κομμάτι της επικοινωνίας. Πολλοί νομίζουν ότι ακούνε επειδή σωπαίνουν. Αλλά το να σωπαίνεις δεν σημαίνει πάντα ότι είσαι παρών. Μπορεί να μη μιλάς και, την ίδια στιγμή, μέσα σου να ετοιμάζεις ήδη την απάντηση, την άμυνα, τη διόρθωση, την εξήγηση. Η αληθινή ακρόαση είναι κάτι πιο απαιτητικό. Είναι να αφήνεις τα λόγια του άλλου να σε αγγίξουν πριν αποφασίσεις τι θα κάνεις με αυτά.
Υπάρχει μια μικρή στιγμή σε κάθε ουσιαστική συνομιλία όπου κάτι αλλάζει. Ο άλλος χαλαρώνει λίγο. Η φωνή του γίνεται λιγότερο προσεκτική, λιγότερο φτιαγμένη. Τα λόγια του παύουν να είναι άψογα και γίνονται αληθινά. Αυτό συμβαίνει όταν νιώσει πως δεν χρειάζεται να προστατεύεται τόσο πολύ. Όταν καταλάβει ότι δεν περιμένεις απλώς τη σειρά σου να μιλήσεις. Όταν αισθανθεί ότι είσαι εκεί.
Η επικοινωνία, τελικά, δεν είναι μόνο αυτό που λέγεται. Είναι και αυτό που εκπέμπεται πριν από τα λόγια και μετά τα λόγια. Το βλέμμα, ο τόνος, το σώμα, η ποιότητα της σιωπής. Μπορείς να πεις «σε ακούω» και ο άλλος να νιώσει πως είσαι χιλιόμετρα μακριά. Μπορείς να πεις ελάχιστα και να νιώσει ότι του έδωσες χώρο να υπάρξει.
Ο άνθρωπος δεν αναλύει πάντα συνειδητά αυτά τα σήματα. Τα διαβάζει όμως. Τα αισθάνεται. Και πάνω σε αυτά στηρίζει ή αποσύρει την εμπιστοσύνη του.
Γι’ αυτό και η ουσιαστική επικοινωνία θέλει συνθήκες. Δεν ανθίζει εύκολα μέσα στη διάσπαση. Ένα κινητό πάνω στο τραπέζι, ακόμη κι όταν μένει σιωπηλό, κρατά ανοιχτή μια μικρή πόρτα διαφυγής. Μια βιασύνη στο σώμα, ένα μάτι αλλού, μια ανυπομονησία στη φωνή λένε στον άλλον πως η στιγμή δεν του ανήκει ολόκληρη. Και τότε, συνήθως, ούτε ο ίδιος ανοίγεται ολόκληρος.
Η επικοινωνία που φέρνει τους ανθρώπους κοντά δεν είναι τεχνική εντυπωσιασμού. Είναι απόφαση παρουσίας. Να είσαι εδώ, με τον άνθρωπο που έχεις απέναντί σου, χωρίς να μοιράζεις τον εαυτό σου σε τρία άλλα μέρη ταυτόχρονα. Δεν είναι πάντα εύκολο. Είναι όμως αυτό που αλλάζει την ποιότητα μιας σχέσης με τρόπο σχεδόν αόρατο και ταυτόχρονα καθοριστικό.
Κάθε σχέση χτίζει ή χάνει εμπιστοσύνη μέσα από τέτοιες μικρές στιγμές. Σε ένα ζευγάρι, σε μια φιλία, σε μια συνεργασία, η επικοινωνία είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άλλος μαθαίνει αν είναι ασφαλές να είναι ο εαυτός του κοντά σου. Δεν υπάρχει πραγματικά ουδέτερη επικοινωνία. Κάθε φορά ή αφήνεις λίγο περισσότερο χώρο στον δεσμό να αναπνεύσει ή τον στενεύεις.
Γι’ αυτό οι σχέσεις που αντέχουν δεν στηρίζονται μόνο στην αγάπη ή στην καλή πρόθεση. Στηρίζονται και σε ένα συσσωρευμένο αίσθημα ότι εδώ μπορώ να μιλήσω, εδώ μπορώ να σωπάσω, εδώ μπορώ να μην είμαι τέλειος και, παρ’ όλα αυτά, να παραμείνω μέσα στη σχέση.
Ίσως, λοιπόν, σήμερα να μη χρειάζεται να πεις κάτι πιο έξυπνο.
Να μη χρειάζεται να εξηγήσεις καλύτερα.
Να μη χρειάζεται να βρεις την ιδανική φράση.
Ίσως να χρειάζεται μόνο μία συνομιλία — μία — στην οποία θα ακούσεις χωρίς να ετοιμάζεις απάντηση. Και να δεις τι αλλάζει. Για τον άλλον. Και για σένα.
Όταν μιλάς και ακούς αληθινά, η απόσταση ανάμεσα σε εσένα και τον άλλον μικραίνει.